Σάββατο, 27 Ιανουαρίου 2018

Κόλλυβα


- Κουφέτα, γαμώτο, που θα βρω;, μονολογούσα.
- Τι τα θες τα κουφέτα;, με ρώτησε μια συνάδελφο.
- Θέλω να κάνω κόλλυβα, της είπα και με κοίταξε έκπληκτη. Προφανώς δεν ξανάκουσε για άντρα να κάνει κόλλυβα. Στερεότυπα, σκεφτόμουν εγώ, τι κι αν εκείνη την περίοδο, ακουστά εστιατόρια είχαν εντάξει τα κόλλυβα ως «επιδόρπιο» στις «κάρτες» τους. Μα να κάνει άντρας κόλλυβα;, που ακούστηκε! Αυτές είναι γυναικείες «δουλειές»

«Να με πάρεις μισή οκά στάρι!, μου είπε η γιαγιά μου μια μέρα. «Ψυχοσάββατο ζυγώνει και θέλω να βράσω στάρι αύριο, να συγχωρεθεί η ψυχή.», είπε. Ποτέ δεν θυμόμουν τη γιαγιά μου να κάνει κόλλυβα. Πάντα έλεγε πως δεν χρειαζόταν να τα κάνει. Είχαν αναλάβει οι αδελφές της το «έργο», για τη μάνα και τον πατέρα της, όπως και για τον αδελφό της τον Νικόλα. Όλους τους άλλους τους είχε ζωντανούς, εκτός από τον παππού, πέθανε πριν κάνα χρόνο. Μα κι όταν της τα έφερναν, τα πετούσε και δεν με άφηνε καν να τα δοκιμάσω. «Πέτα τα, πέτα τα!», έλεγε τάχα πως δεν είναι «καθαρά» και νόμιζα πως εννοούσε την καθαριότητα της εκάστοτε νοικοκυράς. Το ‘χε καμάρι η κυρά Μάρω για την προκοπή και την πάστρα της. Καμιά δεν της παράβγαινε. Με πράσινο σαπούνι και ξύδι έπλενε  κι έπειτα περνούσε τα πάντα, με λεβάντα το καλοκαίρι και λεμόνι το χειμώνα για να μοσχομυρίσει το σπίτι. Και όπως πάντα, δεν της χαλούσα χατίρι. Πετάχτηκα μέχρι το μπακάλη της γειτονιάς και πήρα μισό κιλό στάρι. Εκείνη την οκά που έλεγε, ποτέ μου ακόμα και σήμερα δεν θυμάμαι πως την υπολόγιζε.

- Άντε, για κάνε με τη χάρη και πλύντα!, μου  ζήτησε κι απορούσα πως να τα πλύνω.  
- Άντε, ντε! Μη χασομεράς. Ολοβραδίς θέλει μούλιασμα το στάρι.

- Πως να τα πλύνω βρε γιαγιά;, τη ρώτησα.

- Τι πως; Αϊ, αϊ! Τίποτις βρε δεν σε ‘μαθα; Σε λεκάνη βρε να τα βάνεις και ρίξε νερό παγωμένο. Το ζεστό θα τα σφίξει! Με τα χέρια ξέπλυνε τα, να βγουν επάνω τα μαμούνια και το χώμα. Από τον Μάρκο δεν τα πήρες;, πολυκαιρισμένα θα τα ‘χει! Κι άλλαζε το νερό, ε; Να ‘ναι το τελευταίο το νερό καθαρό. Ψυχή είναι βρε το στάρι. Σκονίζεται εκείνη από τη ζωή, βρωμίζει. Κάπου, κάπου σα τολμάς, πρέπει να την κοιτάξεις κατάματα. Να την καθαρίσεις, να τη φροντίκεις, να την πλύνεις κι έπειτα να συνεχίσεις, αλλιώς βαραίνει εκείνη με τα χρόνια κι έπειτα, τι ψυχή θα παραδόσεις; Γυμνοί ερχόμαστε σε τούτη τη ζωή και γυμνοί στην ψυχή πρέπει να φεύγουμε.

- Για τον παππού δεν τα κάνεις ρε γιαγιά τα κόλλυβα;

- Ποιον παππού βρε κουτορνίθι; Για κόλλυβα είναι εκείνος; Άσε και κοντοζυγώνει εμένα η ώρα μου και περιμένω πως και πως να λογαριαστούμε. Άκου κόλλυβα για το Στάθη! Εμένα κάθε φλέβα που βλέπεις, είναι κι ένα κέρατο του Στάθη, έλεγε επαναλαμβάνοντας τη φούρκια της κάθε φορά που αναφερόμουν στον παππού μου, το Στάθη. Για τους νεκρούς θαρρείς κάνουν οι ζωντανοί τα κόλλυβα; Να συγχωρεθούν οι ψυχές τους, λένε, μα είναι για τη δικιά τους τη ψυχή. Για όσα κάνανε στους πεθαμένους και για όσα κακιώσανε με δαύτους. Ψυχή καλή να παραδώσουν κι εκείνοι, σα έρθει η σειρά τους, σχωροχάρτι, να ξεγελάσουν το Θεό. Τηνε βλέπεις την Μαριγούλα; Μνημόσυνο για μνημόσυνο δεν αφήνει και να τα κόλλυβα κάθε τόσο και λιγάκι. Για τη μάνα της, για τον σχωρεμένο το Σταύρο, μα σα ήσαν ζωντανοί εκείνοι, δεκάρα τσακιστή δεν τους έδινε. Η μάνα της σα αρρώστησε, στο γηροκομείο τηνέ παράτησε. Και το Σταύρο, το κέρατο είχε φτάσει στο νταμάρι! Και την αγαπούσε ο δόλιος, πολύ! Κι όσο του λέγανε να τηνε χωρίσει, να φτιάκει τη ζωή του, εκεί ο Σταύρος. «Εγώ την Μαριγούλα παντρεύτηκα, με αυτήν θα πεθάνω.», έλεγε και πίσω από την πλάτη του στο καφενέ, κερατά τον ανεβάζανε, κερατά τονε κατεβάζανε. Και πέθανε με τον καημό της Μαριγούλας ο Σταύρος. Τον καρκίνο του έβγαλε η κάργια. Και να, τώρα σα εγέρασε, για το σχωρεμένο το Σταύρο λέει τα κάνει, μα φοβάται η δόλια, για την ίδια της την ψυχή. Γιατί γιαβρί μου, εκείνη ξέρει. Ούλα τα ξέρει κι ας μην την ακούς. Τον πιο κακό άνθρωπο να ρωτήσεις, ξέρει η ψυχή του τι κακό έκαμε. Μα δεν έχουν ούλοι οι άνθρωποι τα κότσια να λογαριαστούν μαζί της και ζουν και πεθαίνουν και το μόνο που κάνουν, είναι να την βρωμίζουν περισσότερο.  Ο Θεός θα μας κρίνει. Πφφ, στα ύστερα μας, εμείς κρίνουμε πρώτοι και καλύτεροι τον εαυτό μας. Άντε, τα ‘πλυνες καλά;

- Ναι ρε γιαγιά, πέντε φορές τα ‘πλυνα.

- Βρε μην τις μετράς τις φορές! Να το βλέπεις, να το δεις, να το νιώθεις! Πάτερ ημών δεν είναι, με τόσα και ξεμπέρδεψες! Δεν μ’ ακούς καθόλου;

- Σ’ ακούω βρε γιαγιά, της είπα, να δες. Καθαρό είναι το νερό κι έριξε μια κλεφτή ματιά στο μουλιασμένο στάρι.

- Άντε, καλά τα ‘καμες. Σκέπασε τα τώρα με μια πετσέτα κι βάλτα στο ψυγείο. Αύριο θα τα βράσουμε.»

- Έχω εγώ κουφέτα να σου φέρω, μου είπε μια φίλη, από το γάμο μου.

- Τρελή είσαι που θα βάλω κουφέτα από γάμο; Γρουσουζιά είναι, της είπα και θυμήθηκα τη γιαγιά να με μαλώνει, σα ξέχασε να πάρει κουφέτα και της είπα να χρησιμοποιήσει τις μπομπονιέρες από το γάμο μιας γειτόνισσας.

- Μα τι τα θες τα κόλλυβα, με ρωτάει η πρώτη από περιέργεια προφανώς.

- Έχω τα γεννέθλια μου το Σάββατο κι αντί για τούρτα, θα κάνω κόλλυβα, της είπα κι έμεινε κόκκαλο.

Γνωστός στους φίλους κι αδιάφορος για τη γνώμη των τρίτων πάντα διασκέδαζα με τις αντιδράσεις των άλλων για το κυνισμό και το «μαύρο» μου χιούμορ, μα η ιδέα να κάνω κόλλυβα αντί τούρτα γενεθλίων, ξεπερνούσε κάθε προσδοκία με την προσμονή του πάρτυ των γενεθλίων μου που σχεδίαζα.

Πάντα γιορτάζω τα γενέθλια μου, έστω συμβολικά. Θεωρώ πως τα γενέθλια, είναι η μοναδική γιορτή που αξίζει και πρέπει να γιορτάζεται καθότι ολοκληρώνει άλλος ένας χρόνος στη ζωή κι είναι ωραία η ζωή, ακόμα και στα σκοτάδια της. Εκείνη τη χρονιά είχα αποφασίσει να τα γιορτάσω με ένα μεγάλο πάρτυ, άλλωστε τα χρόνια του Χριστού έκλεινα κι άξιζε να τα κάνω ανάστα. Και τα είχε όλα εκείνο το πάρτυ. Φαγητό, ποτό, μουσικές, κιθάρες και τραγούδια και σα ήρθε η ώρα έσβησα με το ζόρι το κερί της τούρτας που μου ‘φερε η φίλη με τα κουφέτα, καθώς ήξερε πως κρατώ το λόγο μου και δεν υπήρχε περίπτωση να φτιάξω τούρτα. Κι έπειτα, στόλισα τα κόλλυβα μου με τα νεκρικά κεριά και τα έσβησα κάνοντας μια ευχή, υπό τους ήχους του γενέθλιου τραγουδιού. Οι περισσότεροι γελάσανε κι άλλοι, που δεν με ήξεραν καλά και που αδιαφορούσα για τη γνώμη τους απλά σηκώθηκαν και βγήκαν από το χώρο. Που ακούστηκε ζωντανός να κάνει τα κόλλυβα του και μάλιστα στα γενέθλια του και να σβήνει και κεριά του νεκροταφείου.

«Για ανέβα στο ντουλάπι και πιάσε με το σουρωτήρι γιαβρί μου.», μου είπε η γιαγιά. Το στάρι πρέπει να στραγγίζει καλά. Να τα απλώσεις σε πετσέτα και να τα αφήσεις να ξεκουραστεί ολοβραδίς. Αν μουσκεύει, θα λιώσει η ζάχαρη και θα λασπώσουν τα κόλλυβα. Όπως η ψυχή. Να είναι καθαρή, στεγνή, περιποιημένη. Σα ξεκινήσεις να την εξαγνίσεις, ούλα πρέπει να τα δεις, ούλα πρέπει να τα καθαρίσεις. Κι όπου έχει μια σαπίλα, να μη φοβηθείς να την ξύσεις κι ας πονά κι ας ματώνει. Σφούγγισε καλά το τραύμα, πίεσε δυνατά και βγάνε το πύον και μετά θεράπευσε την. Θα αφήσει σημάδι, ψέμα δε σε λέω, αλλά με τον καιρό θα γειάνει. Καλύτερα έτσι, παρά να την κρατάς σάπια μέσα σου. Και ζήστο τζιέρι μου τον πόνο. Μην φοβηθείς, γιατί  πύον είναι ο πόνος που δεν έζησες όταν έπρεπε. Φοβάται βρε ο άνθρωπος να πονέσει, γι’ αυτό τονε θάβει βαθιά μέσα του. Και ζει και μεγαλώνει έχοντας μουδιάσει το είναι του και δεν μπορεί μπρε πια μήτε να χαρεί, μήτε να πονέσει. Του τα ‘φαγε ούλα η σαπίλα στην ψυχή.

Άντε τώρα, σπάσε με μερικά αμύγδαλα. Να μουλιάσουν κι εκείνα πρέπει, για να ξεφλουδιστούν. Μη τα πάρεις έτοιμα, ακούς; Ένα, ένα να τα σπας, σα σκέψεις καθαρές που πρέπει να κάνεις, να ξαναρχίσεις τη ζωή από την αρχή. Και σα σπάσεις κάνα δάχτυλο, γέλα βρε! Έτσι εύκολα αναγεννάτε κανείς; Την αρχή τηνέ ‘κανες. Το δύσκολο επέρασε. Τώρα συγκεντρώσου στην σπορά. Στις νέες σκέψεις, στα νέα όνειρα, να πιάσουν τόπο, να ανθίσουν στον χώρο που έκανες. Μα πρόσεχε! Η πρώτη σκέψη δεν είναι καθαρή. Σα τα ‘μύγδαλα, μουλιασέ τες σε χλιαρό νερό. Το κρύο τα σφίγγει και η φλίδα δε βγαίνει και το ζεστό τα μαλακώνει κι χάνουν τα μύγδαλα το γούστο τους. Πάλι ένα- ένα να τα πιάκεις και να δεις πως βγαίνει καθαρό το ‘μυγδαλο. Κι οι σκέψεις, έτσι πρέπει. Να τους δώκεις το χρόνο τους κι σα έρθει η ώρα, γύμνωσε τες, να σου αποκαλυφθούν καθαρές με όλο το γούστο τους κι άστες κι αυτές να ξεκουραστούνε. Να στεγνώσουν πριν τις πιάσεις, σα τα ‘μύγδαλα. Την επαυριανή θα τα τελειώσουμε τα κόλλυβα. Άντε άπλωσε τα σε πετσέτα κι άστα να αναπνεύσουνε.», με ορμήνεψε η γιαγιά και τα άφησα, μαζί με το στάρι να στεγνώσουν καλά. Λίγη υγρασία να έχουν, δεν θα γίνουν καλά τα κόλλυβα.

Δεν ξέρω πως μου είχε έρθει και ήθελα να κάνω κόλλυβα σε εκείνα τα γενέθλια. Σαρκασμός στο θάνατο, που έζησα πεισματικά άλλο ένα χρόνο, μπορεί κι απλώς εορτασμός, το στάρι άλλωστε είναι ο συμβολισμός της ίδια της ζωής και τι πιο κατάλληλο από το να προσφερθεί στα γενέθλια. Ίσως πάλι, να ήθελα στην καμπή των τριάντα τρία, να ήθελα να κάνω μια νέα αρχή, κλείνοντας τον κύκλο της ενηλικίωσης. Άλλωστε, λένε, πως στα τριάντα και κάτι ενηλικιώνεται ο άντρας. Και θυμάμαι πως κουφέτα δεν έβαλα. Δεν βρήκα. Και γέλασα θυμούμενος τη γιαγιά μου που είχε ξεχάσει κι εκείνη να πάρει για τα κόλλυβά της.

«Φτου! Τζανέμ μου. Κουφέτα δε νε πήρα! Πως την πάτησα έτσι; Πάει γέρασα η δόλια.»
- Βάλε ρε γιαγιά τα κουφέτα από τη μπομπονιέρα της Καίτης. Τι τα κρατάς άλλωστε; Τα ίδια είναι!

- Τι λες βρε κουτορνίθι, που θα με πεις εμένα νε ότι είναι ίδια. Ξέρεις βρε τι είναι το κουφέτο; Εμείς οι ίδιοι είμαστε. Τα νιάτα μας, τα γηρατειά μας, η φθορά μας, το κορμί μας μπρε! Τι τονέ πέρασες τον άνθρωπο; Σάρκα και οστά είναι. Νομίζεις κι εσύ, όπως ούλοι της ηλικίας σου πως έτσι είστε, άφθαρτοι και σπαταλάτε βρε τα νιάτα σας και τη ζωή σας σε Χίμαιρες. Πίστωση χρόνου νομίζετε βρε πως έχετε. Εμ, δε! Μ’ ακούς; Το τώρα πρέπει να ζείτε μπρε κι όχι το χθες μήτε το αύριο. Το πρώτο γιατί πάει πέρασε κι ότι έγινε δεν ξεγίνεται κι το άλλο μπορεί και να μην έρθει.

Κυνηγάτε μπρε τα όνειρα σας τόσο που δεν παίρνετε χαμπάρι πως σας γίνανε βραχνάς. Αγαπάτε κι σκέφτεστε πως θα ήταν αν ο άλλος ήταν αλλιώς. Αγάπη μπρε το λέτε τούτο; Αγάπη μπρε είναι να τον αγαπάς τον άλλον όπως είναι. Να μη θελήκεις να τονέ αλλάξεις, να τονε φέρεις στα δικά σου μέτρα και σταθμά. «Θα τονε στρώσω εγώ.», έλεγε η Καίτη στο γάμο της. Τονέ αγαπάει λέει τον Μητσάρα της. Σκατά στα μούτρα της! Να αγαπάς και να αγαπιέσαι, δε είναι να τονε φέρεις και να σε φέρει στα δικά σου και στα δικά του μέτρα και σταθμά. Είναι μέρα με τη μέρα μπρε  να φέρνει ο ένας στον άλλον  έναν καλύτερο εαυτό του. Αυτό μπρε είναι αγάπη. Μα περνάνε μπρε τα χρόνια και γερνά και το σώμα και η καρδιά, θα το δεις κι εσύ κι ας λες τώρα μέσα σου τι λέει η γριά. Να μην τα αφήκεις να περάσουν έτσι, ακούς; Να τα χαρείς τα χρόνια σου, τα νιάτα σου, το σώμα και να σε μάθεις να αγαπάς έτσι όπως σε είπα. Γιατί θα έρθει μπρε φουκαρά μια μέρα, που ούτε το σώμα μπορεί και πιότερο βρε δόλιε, μήτε η καρδιά. Βαϊ-βαϊ! Τι θα κάμω τώρα…»συλλογιζόταν η γιαγιά.

«Άκου με!,» της ήρθε η έμπνευση και λαμπύρισαν τα μάτια της σα μικρού παιδιού.

- Πάνε κάτου στο μαγαζί και φέρε με εκείνα τα κουφέτα.

- Ποια κουφέτα ρε γιαγιά, δεν έχουμε κουφέτα στο μαγαζί!, της αντιμίλησα σκεφτόμενος πως πάει ξεμωράθηκε η γιαγιά μου.

- Σσσς, μπρε! Μην αθαδιάζεις και είμαι γριά γυναίκα. Κανένα σέβας δεν έχεις μπρε; Έτσι σε μεγάλωσα εγώ;, με κατσάδιασε. Ξέρω ‘γω τι σε λέω, δεν τα ‘χω ακόμα χαμένα. Θα τα βρεις στο βιτρινάκι με τις σοκολάτες. Σε κουτάκια είναι σε λέω. Σα κομφετί είναι το χρώμα τους. Σα ήσουνα μικρός τα έτρωγες με τις χούφτες και πρασίνιζε η γλώσσα σου, μου είπε και κατάλαβα πως εννοούσε τις συγκεκριμένες σοκολατένιες καραμελίτσες, που τις έκανα κουδουνίστρα καθώς χτυπιόνταν στο χάρτινο κουτάκι τους σα τις κουνούσα. Και της τα έφερα. Και τα έβαλε η αθεόφοβη στα κόλλυβα με ένα γελάκι μικρού κοριτσιού που έκανε σκανδαλιά και το διασκέδαζε. Σα  να διάβαζε τις σκέψεις μου, γύρισε και μου είπε: «Γριά είμαι. Το πολύ- πολύ να σκεφτούνε πως ξεμωράθηκα, αλλά η ζωή μπρε θέλει χρώμα και το χρώμα φως. Σε όσα σκοτάδια κι αν κλειστείς, ψάξε βρες λίγο φως και μετά στόλισε το χρώματα. Πολλά και μη φοβηθείς τι θα σε πούνε οι άλλοι. Δικιά σου είναι η ζωή γιαβρί μου, όπως τούτα δω, τα κόλλυβα μου. Για μένα νε τα κάνω! Για σένα νε να ζήσεις!»

- Πιάσε τώρα το πήλινο με τη ζάχαρη, με διέταξε κι έπιασα το πήλινο βάζο με το φελό, στο οποίο φύλαγε η γιαγιά μου τη ζάχαρη. «Δεν τραβάει βρε υγρασία έτσι και δεν κρυσταλλώνει.», μου ‘χε πει κάποτε.

«Βάνε τώρα τρεις κουταλιές της σούπας ζάχαρη, γιατί είναι γλυκιά η ζωή, όσες πίκρες κι αν σου δώκει, μα το νου σου τζανέμ μου, μην την μελώσεις, για σα το κάνεις, ξελιγώνει και πάλι πίκρα θα σου αφήσει. Όλα στη ζωή είναι και οι πίκρες και οι χαρές κι αν σε δώκει περισσότερες πίκρες, βρες τρόπο γιαβρί μου να τηνέ γλυκάνεις εσύ. Μη τηνέ αφήκεις να σε βάνει από κάτω. Τι κάθεσαι βρε! Βάνε τώρα μια χούφτα σταφίδα ντε! Α πα πα! Τι σε λέω τόση ώρα. Στο χέρι σου είναι μπρε να τηνέ γλυκάνεις τη ζωή, δε σου είπα; Έτσι, σα τη σταφίδα. Ξανθιά, Κορινθιακή, μεστή, λιασμένη που ‘χει μείνει μοναχά η γεύση της. Έτσι να τηνε βάνεις τη γλύκα στη ζωή για να μην μελώσει. Μπουκιά μπουκιά να την χαίρεσαι μετά εσύ και οι αγαπημένοι σου, να μη ξελιγώνει.

Τι ξεχασα; Α, ναι! Βέβαια! Μπαχάρια τριμμένα. Γιατί θέλει αρώματα η ζωή. Να πάρει σπιρτάδα, γεύση. Να ταξιδέψει, να σαγηνέψει και πιότερο να κάνει θυμίσεις. Η μυρουδιά μπρε, φέρνει μνήμες κι ευφραίνει την ψυχή. Μα το νου σου. Μέτρο θέλει και τούτο. Σα το παρακάνεις, αϊ! Πίκρα σ’ αφήνουν. Κανέλα και λίγου γαρύφαλλο θέλει. Η μια να ηρεμεί κι τ΄αλλου να ξυπνά. Μη φοβηθείς σε λέω να αφεθείς στην ηδονή των αισθήσεων σου μα μήτε κι να αφήσεις εκείνες να σε κάνουν ζάφτι. Ουϊ κι αλίμονο σου σα το κάνεις. Θα νομίζεις πως ζεις, μα δε θα ‘χεις ζήσει.

Τι άλλο, τι άλλο… Μαϊντανό βάνουν πολλοί, μα η μάνα μου δεν έβανε. Έτσι τα ‘μαθα εγώ. «Εν τόπω χλοερώ», λένε. Σάμπως γύρισε κανείς να μας πει πως είναι; Ρόδι βάνε. Να πιάσε το ρόδι που ‘χω φυλαμμένο στην πόρτα κι εννοούσε το ρόδι με την κανέλα και το αποξηραμένο πορτοκάλι που είχε κρεμασμένο στην πόρτα της από του Αγίου Βασιλείου. Για γούρι, έλεγε. Να ευφρανθούν με τα αρώματα τους οι Μοίρες, για να είναι  γλυκές μαζί σου. Ε, κι αν ξεχαστούν, κοίτα εσύ να μην ξεχάσεις. Σα το ρόδι η ελπίδα. Τι κι αν ζάρωσε η φλίδα, σα το ανοίξεις κοίτα πόσο ζουμερά είναι ακόμα. Να δες!» Κι άνοιξα το ρόδι και σκάσανε τα σπόρια της ολοκόκκινα και ζουμερά. «Δε θα σε είναι εύκολη η ζωή γιαβρί μου. Σκοτάδια πολλά κουβαλάς, το ξέρω, μα να μην χάσεις ποτές σου την ελπίδα. Τούτη είναι το φως που σε ‘λεγα να βρεις. Και σα την βρεις, κράτα την και ντύσε την πλουμιστά. Θα με θυμηθείς, σα έρθει η ώρα και σε ορκίζω να βάνεις τα λευκά σου, που σε πάνε και σε ομορφαίνουν, γιατί το άσπρο βρε, φουρά ούλα τα χρώματα.

Τα ‘βανες ούλα που σε είπα; Μπράβο γιαβρί μου. Άκου με τώρα καλά. Η ψυχή όσο κι αν την καθάρισες, την στέγνωσες, την περιποιήθηκες, κάπου-κάπου μπορεί να ματώσει. Μη φοβηθείς. Βρες τη δύναμη να τηνέ περιποιηθείς και πάλι. Μάζεψε  ούλα ούσα έκανες για δαύτη και τα καλά και τα άσχημα και σκούρπισε τα θαρρετά επάνου της, έτσι θα στεγνώσει και πάλι. Νομίκεις πως μαγάρισες την προσπάθεια; Βρε κουτό, η φρυγανιά είναι που τραβά το περίσσιο νερό και σα τα γεύεσαι μετά τα κόλλυβα, εκείνη είναι που τα νε κάνουν τραγανιστά. Να δοκίμασε. Παιχνιδίσματα στη γλώσσα, ε, τζανέμ μου;» και δοκίμασα μια κουταλιά από τα κόλλυβα της γιαγιάς μου κι ένιωσα τη γλύκα, τα αρώματα, τη σπιρτάδα, το κουκούτσι του ροδιού που μου κόλλησε στο δόντι και τη φρυγανιά που έκανε κρίτσι- κρίτσι σα μασούλαγα και κατάλαβα πως η γιαγιά μου είχε και πάλι δίκιο.


Περάσανε πολλά χρόνια από εκείνα τα κόλλυβα της γιαγιάς κι κάμποσα από τα κόλλυβα των γενεθλίων μου. Οδεύοντας στην ολοκλήρωση μιας ακόμα δεκαετίας στη ζωή μου σκέφτομαι πως ήρθε η ώρα να βάλω το στάρι στο νερό και να συγχωρεθώ. Άλλωστε κάθε σκοτωμένος έρωτας είναι κι ένας μικρός θάνατος.  

Σάββατο, 6 Ιανουαρίου 2018

Δυό Καστανιές



Δυο Καστανιές

Από όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, είχα πάντα μια αγάπη για τα φυτά κάθε είδους, δίχως να γνωρίζω εάν αυτό ήταν έμφυτό ή λόγω του γεγονότος ότι μεγάλωσα σε ένα σπίτι γεμάτο φυτά ή γιατί μάζευα άγουρα φρούτα για να ξεγελάσω την πείνα μου. Αργότερα πια σε άλλη ζωή, τα μάζευα με παρέα γιατί έσπαγα πλάκα με τον παππού ενός φίλου, ιδιοκτήτη μιας κορομηλιάς , γιατί του μαγαρίζαμε το δέντρο, όπως έσκουζε, κι έβγαινε με το λάστιχο κι μας κατέβρεχε κι άλλες φορές μας παραφύλαγε με τη σφεντόνα στο χέρι. Δόλιε γέρο! Για εμάς ήταν παιχνίδι (ίσως και μύχια για εσένα), μα τι χαρά να σκαρφαλώνουν παιδιά στο δέντρο σου κι να γελούν κι ας κοιλοπονούσαν αργότερα από τα άγουρα κορόμηλα. 
Έχουν μια δικιά τους ομορφιά τα φυτά. Η διάταξη των φύλλων προσδιορίζεται ατομικά, φυλλοταξία αν θυμάμαι καλά ορίζεται από την Βοτανική πρώτης Γυμνασίου του ενεννήντα, τότε που μας φόρτωναν με (άχρηστες;) γνώσεις κι από τότε κάθε φυτό που συναντούσα το έβλεπα με το δικό μου μάτι.
Εκεί που μεγάλωσα υπήρχε δίπλα σε ένα έλος, (υπόλειμμά πλημμύρας μουσώνων ήταν), μια γενναία ακακία. Κάθε χρόνο γέμιζε κόκκινα άνθη, τα οποία έριχνε έπειτα από λίγες εβδομάδες γεμίζοντας τον τόπο μενεξεδένιες κλωστές. Δε μπορώ να θυμηθώ πόσο γηραιά μπορεί να ήταν, όταν είσαι μικρός όλος ο κόσμος και τα πάντα όλα του σου φαίνονται μεγάλα, όμως χάρη σε αυτό το δέντρο άρχισα να πιστεύω πως αξίζω κι εγώ κάτι λίγο σε τούτο τον κόσμο. «Δεν μπορείς να σκαρφαλώσεις στο δέντρο!» μου έλεγαν οι «φίλοι» μου, σα δοκιμασία μιας παιδικής ενηλικίωσης για να επισφραγίσουν τη δική μου ανικανότητα και τη δική τους υπεροχή. ]
Τότε την κοίταξα για πρώτη φορά την ακακία, παρά το γεγονός πως την έβλεπα κάθε μέρα που ξυπνούσα τα χαράματα στην ψάθα μου να με χαιρετάει. Τεράστιο δέντρο κι εγώ τόσο μικρός. Μα κάτι πείσμωσε μέσα μου. Κάτι τόσα δα μικρό, σα το μπόι που είχα τότε κι έβγαλα τις σαγιονάρες μου, αγκάλιασα τον τεράστιο κορμό της κι άρχισα να σκαρφαλώνω επάνω της. Το πόσο «μεγάλος» ήταν κάποιος οριζόταν από το πόσο ψηλά σκαρφάλωνε επάνω της κι έβαλα στο δικό μου το μυαλό φτάσω ψηλότερα. Και το ‘κανα. Κι εκεί που απολάμβανα το μικρό μου θρίαμβο, έσπασε το κλαδάκι της μικρής μου ακακίας πέφτοντας στο έλος που τελικά με έσωσε.
Κράτησε λίγο ο θρίαμβος, τόσο όσο χρειαζόταν για να γίνω πάλι ο περίγελος μέσα στη λάσπη, όσο τόσο για να καταλάβω πως ίσως κάτι να άξιζα σε τούτη τη ζωή. Θα μπορούσε να γίνει θαρρώ το μνημείο του περίγελού μου, μα πέρασα αργότερα ώρες συντροφιά μαζί της, να της χαϊδεύω το φλοιό, να ψαρεύω δίπλα της, να νοιώθω πως υπάρχω κι να κλάψω βουβά, όταν μετά από πολλά χρόνια βρέθηκα στον τόπο να υπάρχει πια.
Σε εκείνο το σημείο υπήρχε μονάχα μια γκρίζα πολυκατοικία.
Και μια μέρα γνώρισα την Καστανιά. Κατέβηκα από το τρένο πηγαίνοντας να δω ένα νέο σπίτι, σε μια νέα πόλη, μιας ξένης χώρας. 
Την είδα από τη πλατφόρμα, βγαίνοντας από το βαγόνι. Υπέροχη. Όμορφη. Συμμετρική. Αγέρωχη. Ανάμεσα σε μια τεράστια λεωφόρο κι ενός μικρότερου πάρκου. Έμπαινε Φθινόπωρο κι γέμισε κάστανα ο δρόμος κι το κεφάλι μου. Λάτρευα κι λατρεύω τα κάστανα! «Α! ωραία άμα πεινάσω θα στήσω μια Φουφού», σκεφτόμουν, μα δεν ήξερα πως τα κάστανα ετούτα δεν τρώγονται! Σα τότε, που ήρθα στην Ελλάδα και μου συστήσανε τη Ελιά. Ελιά είχε κι εκεί που μεγάλωσα. Λάδι για το σώμα την έκαναν, για τα κρύα, να μην σκάει το δέρμα κι τουρσάκι που μ’ άρεσε.
Χάρηκα κι εγώ, μια γεύση μνήμης σε ξένο τόπο, κι έκοψα κι δάγκωσα μια άγουρη πράσινα ελιά. Φτου! Πίκρα! Άλλα μέρη, άλλες ελιές, άλλοι άνθρωποι.
Μα είναι όμορφη ετούτη η καστανιά! «Μανιτάρι» η κορμοστασιά της! Ένας κορμός θεόρατος με καλοσχηματισμένα κλαδιά κι παρακλάδια, ένα γιγανγκένιο «μπονσαϊ».
Σα ζύγωσε δε η άνοιξη πρασίνισε και το καλοκαίρι χάρμα οφθαλμών το πόσο ηδονικά σε καλωσόριζε να αποστασιοποιηθείς στην τέλεια σκιά της. Και πλησίασα εκείνη τη μέρα στο παραθύρι του σπιτιού που θα νοίκιαζα και χάρηκα που είχε μεγάλο κήπο με τεράστιο δέντρο! «Τι δέντρο είναι τούτο;, ρώτησα. «Καστανιά!», μου είπαν. Κι απογοητεύτηκα γιατί καμιά σχέση δεν είχε με εκείνη που συνάντησα πρότερα. 
Μεγαλωμένη και τούτη, μα σε χώρο στενάχωρο να την βλέπουν οι γείτονες μιας περιορισμένης αυλής. Την φωτογράφιζα κάθε πρώτη του μήνα αφού αποφάσισα να μείνω στο σπίτι, για τους δικούς μου πρακτικούς λόγους, να δω τι έχει να μου πει! Και την είδα με κιτρινισμένα φύλλα, να τα ρίχνει μετέπειτα στην αυλή και να την βρωμίζει. (Τι να έκανε η δόλια, δεν ανήκε στην δημόσια περιουσία να φροντίζεται εβδομαδιαία) Μια φορά το μήνα ερχόταν το συνεργείο να σκουπίζει την αυλή σα «κοινόχρηστα» κι ας μην πατήθηκε ποτέ η αυλή επειδή είναι « a priori» ανήλια.. Έπειτα έμεινε γυμνή, αποσκελετωμένη, άσχημη. Έναν κοντό-χοντρο κορμό ανέπτυξε, με πέντε ατσούμπαλες αναπτύξεις κι ισχνά κλαδιά που δεν τολμούν να σε ακουμπήσουν αθυρόστομα στην πόρτα.
Την άλλη την έβλεπα κάθε μέρα εκείνη την καστανιά, στην ρουτινιάρικη διαδρομή μου, στη δουλειά. Ακόμα και με γυμνό πράσινο, ήταν υπέροχη! Ακολουθία «Φιμπονάτσι» η ομορφιά της. Ενώ η άλλη, στην αυλή…Άχαρη. Άτεχνη. Άσχημη. 
Κι έριξε ξανά τα φύλλα της η καστανιά της αυλής μου φέτος καθώς το ορίζει η φύση της Και σκίουροι ξετρυπώνουν από τις κουφάλες που έχει. Και λαγοί τρέχουν στα απομεσήμερά της. Κοράκια, καρακάξες κι ασχημοπούλια, όλα τα χαιρέτισε η καστανιά μου κι έριξε τους καρπούς της όπως της ορίστηκε και τα ταίζει
Δεν είναι όμορφη η καστανιά μου. Ουδέποτε θα τη μνημονεύουν ως την όμορφη,
σαν την άλλη που συνάντησα στο διαβά μου!Μοναχά εγώ. Που την γνώρισα μέρα με τη μέρα σε όλη της τη γύμνια κι άσχημη ομορφία της. Νοίκιασα που βλέπετε ένα όνειρο
σε δύο επι δύο και μέσα σε τούτο γερνάω. Σα την αυλή που φύτεψαν την καστανία μου κι όπως αυτήν, έτσι κι εγώ μεγάλωσα στο όσο μου επιτράπηκε στην αυλή της ζωής.

Σάββατο, 30 Δεκεμβρίου 2017

Λαδοκούλουρα

Λαδοκούλουρα





- Ταγγίζει ο έρωτας ρε γιαγιά;, τη ρώτησα μια μέρα που καθόμουν στο σαλόνι της και παρακολουθούσαμε την αγαπημένη της σειρά.

- Αν ταγγίζει λέει; Βαϊ, βαϊ!Τι τονε θωρρείς τον έρωτα; Λάδι είναι και φαγί κάνεις δίχως λάδι; Ούχι! Έτσι κι η ζωή η ριμάδα, θέλει έρωτα. Μα σα το αφήκεις κι δεν το φροντίκεις, ταγγίζει δαύτο. Ίτσι κι ο έρωτας. Φροντίδα τονε θέλει. Να το ‘νε φυλάξεις, να τον τονε φροντίσεις. Άμε τα κάνεις ούλα δαύτα, κρατά τονε βρε γιαβρί μου κι ας λένε ούλοι πως έχει ημερομηνία λήξεως. Μα σε θωρρώ…ερωτεύτηκες τζιέρι μου;, και γελάσανε τα χείλια της. Χαχαχα! , έκανε. Έγινε αντρίκος το καμάρι μου! Αϊ! Για κατέβασε τη σκάφη. Λαδοκούλουρα με μύρισαν, να με πεις και να σε πω για το λάδι και τον έρωτα.

Ανέβηκα κι εγώ στην καρέκλα κι κατέβασα την πήλινη σκάφη από το ντουλάπι. Η λεκάνη των στεναγμών την έλεγε κι έτσι με έμαθε να την λέω. Προίκα της η σκάφη. Διπλοφουρνιστή. Σε αυτήν ζύμωνε η μάνα της, αγορά από  μια Λαρισαία, σε πανηγύρι της Αγίας Φωτεινής στη νέα πια Σμύρνη. «Βαστά βρε η ψυχή του ανθρώπου. Νέες ελπίδες, νέα όνειρα. Σα στάρι σε σκατό, βρε! Ξαναφυτρώνει. Μα σα σταματήσεις να ελπίζεις, τι σ’ απέμεινε βρε γιαβρί μου;», μου έλεγε στα σκοτάδια μου η κυρά Μάρω. «Σε τούτη τη σκάφη, τα έχω πει ούλα. Τσι χαρές μου κι τσι λύπες μου. Ούλα τα ξέρει τούτη!»

- Θα μου την δώσεις προίκα γιαγιά;»
- Γιατί βρε δόλιε, θες προίκα; Ενός άντρα προίκα βρε, είναι ο λόγος του κι η λεβεντιά του. Αλίμονο σε μας τσι γυναίκες. Μήτε ο λόγος μας περνά μήτε η λιαλιά μας. Μα σα θέλουμε, Πυρ, Γυνή και Θάλασσα…Χαχαχα! Μα σα τη νέ θέλεις, ποιος νε μωρέ θα την πάρει; Ο Πιγκουϊνος; Εσύ μονάχα θα την ‘κτιμήσεις…Για πε μου τώρα. Λάδι ο έρωτας ή σπορέλαιο σα του Μάρκου, που το πουλάει και καλά για ανόθευτο;

Για τη γιαγιά μου, λάδι θεωρούσε μόνο το ελαιόλαδο. Με αυτό μαγείρευε, με αυτό τηγάνιζε, με αυτό άναβε το καντήλι και με αυτό πασαλειβόταν κάθε βράδυ, διατηρώντας τη φρεσκάδα του προσώπου της. Όσον αφορά τον «Πιγκουϊνο», δεν ήταν άλλη παρά η δεύτερη γυναίκα του θείου μου. Ένα κι πενήντα με το ζόρι. Ποτέ δεν την χώνεψε η κυρά Μάρω. «Μα να ‘χει ο άντρας της μαγαζί και να μην το «τρέχει»; Πφ! Νοικοκυρά θέλει να είναι. Εγώ μπρε και το μαγαζί κρατούσα, και το σπίτι και τα βράδια μπρε έραβα κιόλας!» Κι όντως η κυρά Μάρω, όλοι είχαν να λένε για την νοικοκυροσύνη και την προκοπή της. «Νυχτοπούλι» τη φώναζε ο κυρ Γιάννης, γείτονας στο διπλανό σπίτι που την άκουγε να ξυπνά στις τρεις τα ξημερώματα να φέρνει βόλτα το σπίτι της όλο, να μαγειρέψει και να κατέβει μετά να βοηθήσει στις δουλειές του φούρνου μας.

Κάθε πρωϊ σα περνούσα από το μαγαζί πριν το σχολείο πρώτη θα την καλημέριζα με ένα φιλί, ανταμώνοντας την, είτε πάνω από τη ζύμη της τυρόπιτας, είτε πίσω από το ταμείο και φωτιζόταν ολάκερο το πρόσωπο της και το δικό μου μαζί. Πάλι η ίδια τελετουργία κάθε μεσημέρι σα γύριζα από το σχολείο, να περιμένει το φιλί της και να της πω τα νέα μου, τους βαθμούς μου κι όλα της τα έλεγα, μυστικά ποτέ της δεν κράτησα, μονάχα ένα, μα κι εκείνο το ‘ξερε  κι ας μην το ‘λεγε. Σα της παραπονέθηκα μια μέρα πως με πονάει η μέση μου, πήρα μπόϊ απότομα, κι έπρεπε να κάνω φυσιοθεραπείες, εκείνη μου ‘ πε «Κούνια που σε κούναγε μπρε! Άλλα θέλει η μέση να περάσει!» και κοκκίνισα από ντροπή. Έκτοτε κατά την  πρωϊνή τελετουργία, περίμενε πότε θα έφτανα στη στροφή για να βγει στην πόρτα και να φωνάξει: Λεφτά για προφυλακτικά επήρες; Μα το ‘κανε εσκεμμένα η κυρά Μάρω. Να ξεθαρρέψω. Να απενοχοποιήσω τον έρωτα, το σεξ. Να ζήσω, έτσι όπως ορίζει η καρδιά μου γιατί όπως μου έλεγε: «Τη ζωή που δεν ζεις γιαβρί μου, σαράκι γίνεται και σου τρώγει την ψυχή. Μα να ‘σαι έτοιμος τζιέρι μου, σα ο δοσάς της ζωής, σου χτυπήσει νε την πόρτα για όσα επέλεξες να πάρεις, να ‘σαι κύριος και να τονε πληρώσεις, διότι ούλα δανεικά είναι στη ζωή.

- Άντε μη στέκεσαι! Πιάσε το λάδι και μέτρα τρία ποτήρια στη σκάφη, μου είπε. Έπιασα κι εγώ την παλιά  νταμιτζάνα  του παππού, που επίτηδες εκείνη διάλεξε να φυλάει το λάδι και μέτρησα τα τρία ποτήρια ρίχνοντάς τα στη σκάφη. Βούτηξε μια μπουκιά ψωμί στο λάδι η γιαγιά μου και  το δοκίμασε κλείνοντας τα μάτια. «Μμμ, μουρμούρισε. Πέντε χρόνια το κρατώ στην νταμιτζάνα του παππού σου, από όταν σχωρέθηκε κι έχει γεύση ακόμα! Άντε ντε! Τι σε μαθαίνω! Βούτα να δεις τι σε λέω!», με ορμήνευσε και έπιασεα κι εγώ το ψωμί και δοκίμασα το λάδι.

«Το λάδι δοκιμάζεται με ψωμί. Μπαγιάτικο να είναι, ακούς; Το φρέσκο δεν έχει γεύση, δε δένει με το λάδι. Ζυμωτό, με προζύμι, σα τούτο! Να μυρίζει για να σου δείξει το λάδι. Ούλα σου τα λέει. Ρουφιάνος, σα την καρδιά σε ορμηνεύει. Τούτο δώ, σε λέει πως έβρεξε πολύ εκείνη τη χρονιά κι είχε και πυρκαγιά το καλοκαίρι. Κάπνισε η ελιά,  μα οι βροχές του Μάρτη τις μεστώσανε. Δε τα κράτησε ούλα τα άνθη για νάνε παχιές οι ελιές. Ξέρει μπρε η φύση τι κάνει. Ρίχνει τα πολλά τα άνθη για να ζήσουνε πιο λίγα μα πιο καλά. Έτσι κι ο έρωτας γιαβρί μου. Πολλά πλουμίδια δε θέλει. Ερωτεύτηκε κι  η Μαρία της Σταυρούλας, η ανιψιά ντε!, (μου διευκρίνησε που έμενε στο πάνω διαμέρισμα το Βαγγέλη). Χαμό και κακό έκανε να τονε πάρει. Μα έρωτας ήταν τούτος; Τους ακούς κάθε τόσο τι καυγάδες κάνουν. Το γινάτι της ήθελε να κάνει. Να πάει κόντρα στη μάνα της επειδή ήταν από τα Σφακιά και Σφακιανό, δεν ήθελε η μάνα της για γαμπρό. Με τα πολλά τον πήρε τον Βαγγέλη και τούτο σπίτι που μένουμε, προίκα της είναι. Ο Βαγγέλης, χωροφύλακας. Πολλά τα λιλιά της Μαρίας, λεβεντόμορφος είσαν,τι είχε να χάσει; Και κράτησε ένα χρόνο ο έρωτας και τάγγισε μετά. Φοιτήτρια η Μαρία στη Φιλολογική, εμ δε! Εφτά χρόνια έκανε να βγάλει τη σχολή. Μην την κοιτάς τώρα που κάνει την προφεσόρα και δεν μας καταδέχεται να πει καλημέρα. Εμ της το ‘πα της Σταυρούλας τη μέρα του γάμου. Ταγγίζει μαρή, γιατί ο έρωτας δεν θέλει ντουβάρια να στεριώσει κι κατέβασε κάτι μούτρα ίσα με το πάτωμα.»

-Άντε τώρα, στύψε τρία πορτοκάλια! Με διέταξε και υπάκουσα. Πότε πέταγε από το ένα θέμα στο άλλο, ποτές μου δεν κατάλαβα. Αργότερα μόνο, σα μεγάλωσα συνειδητοποίησα πως ο μεγάλος νους, είναι μεγάλος άλτης.

«Βάνε τώρα μια ουκιά μέλι. Πορτοκαλιάς, ε;Να εκείνο να που γράφει «Μαριάνθη Καλαμάτα». Με το ‘φερε από το χωριό. Το άλλο της Κατίνας είναι από Λαμία. Θυμαρίσιο, μα είναι βαρύ το θυμάρι. Να το τρως, χαρά Θεού, μα για κουλούρια, αϊ-αϊ. Σα συνοικέσιο. Έτσι τονέ πήρα τον παππού σου. Μου φορέσανε τα καλά μου κι έβαλα το δαντελωτό σουμεδάκι που είχα φτάκει στο ασημένιο το δίσκο. Και να σου η Μαρίκα μπροστά στο γαμπρό με το γλυκό το βύσσινο που είχα κεντίσει. Να τονε το δίσκο, μου υπέδειξε. Σε τούτον να τονε σέρβιρα κι ένα βράδυ πιωμένος, ήθελε να τονέ παίξει μπαρμπούτι! Βρε αχαϊρευτε! Βρε ακαματζή!, τονε πρόγκηξα! Ή κόβεις το μπαρμπούτι ή παίρνω τα παιδιά και φεύγω, τονε είπα. Κι όντως! Χίλια κακά είχε ο παππούς σου, αλλά στο λόγο του κύριος. Χαρτί δεν ξανάπιασε. Μοναχά με τον Σπύρο την Πρωτοχρονιά με στραγάλια, μα κι αυτό του το συγχωρώ.»

Ο κύρ Σπύρος, ήταν ο «κολλητός» του παππού. Μαζί τα πίνανε κάθε βράδυ στο φούρνο μας, που τα βράδια γινόταν ανεπίσημα καφενές. Όλοι οι «μάγκες» και κύριοι της γειτονιάς μαζεύονταν στο φούρνο, κυρίως το χειμώνα που κράταγε ακόμα ζέστη το πυρότουβλο του φούρνου και μαζί διαφεντεύανε τα σπιτικά τους και συνάμα τη χώρα. Πασοκτζής επί Παπανδρέου ο παππούς, άλλοι Νεοδημοκράτες κι Κουκουε ο κυρ Σπύρος. Ομηρικοί καυγάδες στήθηκαν τα βράδια στο μαγαζί, σα πεντάχρονα που μουτρώνουν, μα έπειτα από δυο τρεις μέρες, να σου πάλι όλοι μαζί. Ο Κεραμιδάς που είχε ανοίξει το καφενέ πιο κάτω, μαύρο δάκρυ έριχνε. Σα γέμιζε το καφενείο, προεκλογικά ήταν, μα μετέπειτα από λίγο άφαντοι οι πελάτες. Όλους τους μάζευε ο φούρνος μας. Κι ο παππούς, παλιά καραβάνα. Γίγαντες με λουκάνικα, σιγοψημένους στο φούρνο η σπεσιαλιτέ του. Κι όσα τρώγαν και πίναν, τους χρέωνε με το κεφάλι και τη μπύρα ή το ποτήρι. Δουλειά μου ήταν να γεμίζω το ψυγείο με μπύρες και τη νταμουτζάνα μετά το σχολείο για τη βραδινή τους συνεδρία. 

- Εσύ δεν τον ήθελες τον παππού, ρε γιαγιά;
- Αχ γιαβρί μου! Άλλες εποχές! Τότες εκείνον που σου έδειχναν, εκείνον έπαιρνες. Να γεννιόμουν τώρα! Να μουν Μαρία και μου ‘δειχνε συνθηματικά τον επάνω όροφο.

-Ερωτεύτηκες ρε γιαγιά;, ευθαρσώς τη ρώτησα γιατί με έμαθε να εκφράζω αυτό που σκέφτομαι.

- Γιατί μπρε; Σε πηγάδι κατούρησα;, με αποστόμωσε!

«Ο έρωτας μπρε δεν κάνει διακρίσεις. Κι αλίμονο αν κάνει κανείς διακρίσεις στον έρωτα. Τυχεροί εκείνοι που τον ζουν κι άτυχοι εκείνοι που δεν τον έζησαν. Σα κηρύχτηκε ο Πόλεμος, ήμουν  παντελωνού βγαλμένη. Η μάνα μου είχε ένα μπάρμπα, πρόξενο στην Ιταλία. Με τα πολλά πήγαμε στη Ζάκυνθο κι έπειτα στο Κατάκολο. Ζήσαμε εκεί κάποια χρόνια κι εκεί εγνώρισα το Στέφανο. Ιταλός από τη Νάπολη. «Bella Maria», με φώναζε και σκιάχτηκε η μάνα μου. «Μα παιδί του Μουσολίνι που μας κηρύξανε τον πόλεμο;», έλεγε.

«Μα ο Στέφανο, ήταν ζωγράφος. Δεν τον ήθελε τον πόλεμο. «Una faccia una  razza», έλεγε. Σα τι έλεγε ο καημένος. Σάρκα και οστά είμαστε ούλοι. Τονέ θυμάσαι τον Αλί; Ο πρώτος φίλος που έκανες στην Ελλάδα, πρόσφυγας από το Ίράν.

Και κοίτα που η γριά  θυμήθηκε τον Αλί. Τον πρώτο φίλο που έκανα στην Ελλάδα. Πρόσφυγας εκείνος κι η οικογένεια του από το Ιράν. Λίγο μεγαλύτερός μου ήταν, με γυαλάκια, ψηλός και χαμογελαστός. Τη γλώσσα δε τη μιλούσαμε μα καταλαβαίναμε ο ένας τον άλλον. Τα ξένα, τα αλλοδαπά σε μια άβγαλτη πολιτισμικά χώρα. Έφυγε ο Αλί. Πήγε στην Αμερική κι τη μέρα πριν φύγει μου ‘φερε μια κάρτα για το «μικρό αδελφό». Έτσι κατανομάζονται οι φιλίες στην Ασία.

«Το γούσταρε ο Στέφανο να κολυμπάει σε μια παραλία. Εκεί τονε επέτυχα να ξεβρακώνεται και θαύμασα το αντρικό κορμί. Στη μάνα δε το είπα και ήξερα ποια ώρα πήγαινε και κανόνιζα εγώ τα θελήματα μας σα παντελονού. Ρουφήχτρες έχει το Κατάκολο κι εκείνες τον σκοτώσαν. Τον έβλεπα από το γκρεμό να παλεύει με τα νερά μα να φωνάξω σε ποιόνα; Κι εκεί χάθηκε ο Στέφανο. Δυο μέρες μετά τον ξέβρασε η θάλασσα. Το «κοροϊδο του Μουσολίνι «λέγανε, μα για μένα ήταν ο Στέφανο, εκείνος που μου χάρισε μια ζωγραφιά και με ‘λεγε «Bella Maria», να δες την.», κι άνοιξε η γιαγιά μου την καδένα της, ρίχνοντας τρίμματα χαρτιού στο πάτωμα. Πόσα χρόνια δεν ανοίχτηκε, άραγε;

- Κρασί, μου είπε, καθώς κοίταζα τα θραύσματα της ζωγραφιάς. Όσο το λάδι, το ένα τρίτο να ρίξεις. Λευκό κι αρετσίνωτο. Γιατί μπρε ο έρωτας είναι μεθύσι ψυχής. Σα πιείς λίγο δεν κατάλαβες κι σα πιείς πολύ, δε τονε θυμάσαι.

«Άκου με τώρα. Τα λαδοκούλουρα δεν έχουν συνταγή. Το λάδι ορίζει πόσο αλεύρι θανε βάνεις. Κοσκινισμένο γιαβρί μου σα τη ψυχή.Βαρίδια μην κουβαλάς. Μην φοβηθείς!Να είναι καθαρή! Και ζύμωνε με το χέρι. Να νιώκεις τη στιγμή. Την αλλαγή που φέρνει. Λίγο αλάτι βάνε τώρα, ζωή χωρίς αλάτι μπρε τι αξία έχει; Η Σταυρούλα λέει βάνει λίγο ξύσμα πορτοκαλιού. Πφ! Σκορδάκι μπρε βάλε λίγο! Το να είσαι διαφορετικός δεν πειράζει, μοναδικός να είσαι! Μην κοτάς! Το πλάσιμο δε σα λίγου δύσκολο. Μαζεύει η ζύμη έτσι;. Να σε πω τώρα το μυστικό. Σε τρεις δόσεις να πλάθεις. Πρώτα κάνε το ζυμάρι. Μετές κόψε στα μικρά κι έπειτα πλάθε το κουλούρι. Ναι μπρε, γιατί; Κάτι ξέρω κι εγώ! Κι ο έρωτας ζύμωμα θέλει, μα πιο πολύ φροντίδα. Λίγο- πολύ, πιότερο  γιαβρί μου να τονε ζεις! Να τονε νιώθεις, αυτό είναι το μυστικό! Μα να μη φοβηθείς!  Αϊντε! Βάνε τα τώρα στο φούρνο κι πήγαινε και στην Κατίνα. Καιρό της τα ‘ταξα!»

Κι εκεί που νόμισα πως  τελείωσε,  να σου η φωνή της κυρα Μαρίας από το σαλόνι με το δελτίο ειδήσεων: Να σε πω! Άμα θες τα μελώνεις κιόλας. Το σερμπέτι στο ‘πα. Αλλά βρε γιαβρί μου, άμα δεν έχουν γλύκα από μόνα τους, πέτα τα κι κάνε άλλα!»


Κι είχε δίκιο η γιαγιά μου.