Κυριακή, 30 Ιουλίου 2017

Κιεφτέδες με Δυόσμο

    
«Τρέχα! Τη χάνουμε τη γιαγιά!», μου ‘πε η μάνα μου κι έκλεισα το τηλέφωνο, δεν είχαμε κινητά ακόμα τότε να μας βρίσκουν ανά πάσα ώρα και στιγμή και υπάρχουν στιγμές που την αναπολώ εκείνη την εποχή. Τα πρώτα ραντεβού, όπου περίμενες υπομονετικά, δίχως την ανυπομονησία των κλήσεων, μα μονάχα με την προσμονή να δεις εκείνον τον άνθρωπο που έκανε την καρδιά σου να χτυπά, όπως και τις κλήσεις στους θαλάμους, μη και ακούσουν οι δικοί σου τα πρώτα λόγια αγάπης που τόλμαγες να ξεστομίσεις μέσα στην αφέλεια της πρώτης νιότης, πρώτα με τα κέρματα κι αργότερα με τις τηλεκάρτες που συλλέγαμε και  γράφαμε με μαρκαδόρο πάνω τους τις ημερομηνίες χρήσης.

Το ταξί με άφησε κάτω από το σπίτι που έμενε η γιαγιά και σα απάντηση στο κουδούνι, πρόβαλλε το κεφάλι της θειάς της Κατίνας, η μικρή αδελφή της γιαγιάς που προφανώς είχε για μουσαφίρισσα. «Να μην τα εμπιστεύεσαι αυτά τα «θυροτηλέφωνα», θυμάμαι τη γιαγιά που με ορμήνευε σα ήμουν μικρός. «Η φωνή ξεγελά τα αυτιά γιατί τα μελώνει άμα θέλει. Τα μάτια σου και την ψυχή σου να εμπιστεύεσαι!», μου ‘λεγε κι ακόμα και τώρα, όποτε χτυπά κανείς την πόρτα, πρώτα θα του απαντήσω από το μπαλκόνι κι έπειτα θα του ανοίξω. Να ευφρανθεί πρώτα η καρδιά μου με το αντάμωμα, να δω με τα μάτια την ψυχή του μουσαφίρη για να αποφανθώ το καλωσόρισμα ή όχι. Ανέβηκα τρέχοντας τις σκάλες και με υποδέχτηκε η θειά μου  στην πόρτα κι ως έμαθα από μικρός, τη χαιρέτισα με ένα φιλί στο μάγουλο, τα πολλά ευτελίζουν την αξία του διαπίστωσα. Η γιαγιά ξαπλωμένη στο ντιβάνι του σαλονιού, χλωμή, άσπρη, δεν την είχα ξαναδεί την κυρά Μαρία έτσι, τόσο που πείστηκα πως όντως την χάναμε τη γιαγιά.

«Αγόρι μου!», με προσκάλεσε κι αντί να χωθώ εγώ στην αγκαλιά της όπως συνήθιζα, την έχωσα στη δική μου αγκαλιά φιλώντας την στο δεξί μάγουλο, στο αριστερό είναι του Ιούδα, μου ‘λεγε από μικρός κι ακόμα την έχω τούτη τη συνήθεια. Τότε κατάλαβα πως εγώ μεγάλωσα κι εκείνη, πως με μεγάλωσε σωστά. «Ολόκληρος άντρας έγινες!», μου ‘πε κι να που μου ‘σκασε   ένα χαμόγελο, αμβλύνοντας τις ρυτίδες του προσώπου της. Κάθισα δίπλα της στο ντιβάνι χαϊδεύοντάς της το χέρι κι έστρεψα το πρόσωπό μου στην τηλεόραση που είχε ως συνήθεια να κρατά ανοιχτή, για να μην δει το δάκρυσμα των ματιών μου στη σκέψη πως την έχανα. Την κούραζε πια το διάβασμα κι σε αντίθεση με άλλες της ηλικίας της, αντί να διαβάζει το Ευαγγέλιο, εκείνη προτιμούσε να διαβάζει μυθιστορήματα Ελλήνων και ξένων συγγραφέων. «Τι να το κάνω το Ευαγγέλιο γιαβρί μου;», μου ΄πε όταν την ρώτησα μικρός γιατί δεν είχε δίπλα στο κομοδίνο της ένα, όπως όλες οι άλλες γιαγιάδες των φίλων μου. «Τι ενδιαφέρον έχουν τα ανομήματα των ανθρώπων; Ευαγγέλιο είναι ό,τι κάνει την ψυχή σου να ευφραίνεται κι ό,τι κάνει τους ανθρώπους που συναντάς στη ζωή σου να χαμογελούν. Αυτά να έχεις σα Ευαγγέλιο!» κι είχε δίκιο η κυρά Μαρία.

Ήταν ακόμα η χρυσή εποχή της ιδιωτικής τηλεόρασης και το κανάλι είχε σε απευθείας μετάδοση τη συναυλία προς τιμήν του Μπιθικώτση, με συμμετοχή μεγάλων Ελλήνων καλλιτεχνών, όπως και του ίδιου του του γιού. Τη στιγμή που  τον κάλεσαν οι καλλιτέχνες στη σκηνή να τραγουδήσει κι εκείνος έκανε παραγγελιά το τραγούδι «Του Βοτανικού ο Μάγκας», σε Φα μινόρε και σα συγχρονίστηκαν οι μουσικοί κι άρχισε ο Μπιθικώτσης να τραγουδά, να σου πετάει η κυρά Μαρία τα σκεπάσματα και ξυπόλυτη σηκώνεται κι αρχίζει να χορεύει το δικό της ζεϊμπέκικο. «Δεν έχω τίποτα βρε εγώ! Κι αν είναι να πεθάνω απόψε, έτσι όρθια να πεθάνω!», φώναξε κι άρχισε να τραγουδά: «Του Βοτανικού ο Μάγκας, το καλύτερο παιδί, στα μπουζούκια στις ταβέρνες κανείς δεν θα τον δει…»  Σηκώθηκα τότε κι εγώ, γονάτισα μπροστά της κι άρχισα να της βαράω παλαμάκια, παρασύροντας και την θεία την Κατίνα.

Ιεροσυλία λένε να χορεύει μια γυναίκα ζεϊμπέκικο, μα το ζεϊμπέκικο της γιαγιάς μου εκείνη τη μέρα, ήταν ό,τι πιο «αντρικό» έχω δει στη ζωή μου. «Μάγκες δεν υπάρχουν πια.», μου ‘πε μια μέρα που  γύρισα από το σχολείο κλαίγοντας από τα πειράγματα των άλλων συμμαθητών λόγω της διαφορετικότητάς μου, οι μάγκες του σχολείου που λέγαμε. «Η μαγκιά όμως υπάρχει γιαβρί μου και είναι μέσα μας, συνέχιζε να λέει. Να σηκώνεσαι κάθε φορά που πέφτεις, να χαμογελάς κάθε φορά που κλαις και να αγαπάς κάθε φορά που πονάς. Αυτό είναι μαγκιά τζιέρι μου», μου ΄λεγε και μου χάιδευε τρυφερά το κεφάλι δίνοντάς μου ένα από εκείνα τα φιλιά που μόνο εκείνη μπορούσε να μου δώσει.

 «Έλα, πάμε να φάμε τώρα. Ορέχτηκα κιεφτέδες με πατάτες τηγανιτές σήμερις. Να δούμε και τι κιμά έστειλε αυτή τη φορά ο Θεόφιλος. Ου κι αλίμονό του αν έβαλε περισσότερο ξίγκι! Έστειλα κι εγώ τη Σταυρούλα η χαζή. Τι την εμπιστεύτηκα; Μα έκλεινε ο Θεόφιλος μέχρι να έρθεις και πήγαινε κι εκείνη να πάρει τον δικό της κιμά. Αϊ - αϊ! «Κυρά Μαρία πάω στο Θεόφιλο θέλεις τίποτις;», με ρώτησε. Και σα της είπα πως μου μύρισε κιεφτέδες για σήμερα, «Α! κι εγώ κεφτεδάκια θα κάνω! Αλλά με ντομάτα, έτσι όπως τους κάνουν στην Κρήτη.», με είπε. Είχα κι εγώ μια ζοχάδα πώς τους κάνουν στην Κρήτη. Σουτζουκάκια δηλαδή θα κάνεις, έτσι  τους λέμε εμείς τους κιεφτέδες με ντομάτα,. Όοοχι κεφτέδες με λέει, αλλά τι ξέρει; Κρητικιά είναι, τι περιμενεις; Να δεις που κράτησε για κείνην τον καλό τον κιμά και μένα με ‘δωκε τον δικόν της. Θα άλλαξε και το κρεατόχαρτο, νομίζοντας πως δε θα το πάρω χαμπάρι. Να δω πως θα μυρίζουν οι δικοί της κιεφτέδες σήμερα! Τις προάλλες της καήκαν και βρώμισε ούλη η γειτονιά ταγγισμένο λάδι. Βγήκε η Κούλα από το παραθύρι της και τη ρώταγε αν μυρίζει έτσι το Κρητικό το λάδι! Και να πω πως της σώθηκε. Με τους τενεκέδες τους στέλνει η μάνα της από τα Χανιά με το βαπόρι και σε μας, μας έδινε το περσινό. Εμ, δε. Την τελευταία φορά σα με ‘πε να με δώκει ένα τενεκέ, τσι είπα. Όυχι!! Θα πάρω της Κούλας που είναι Μυτιληνιό και δεν ταγγίζει! Να δεις πως πέσαν τα μούτρα της!», και γέλαγε η κυρά Μαρία κι εγώ μαζί της, γιατί δεν την χώνευα τη Σταυρούλα. Πρακτορείο Ρόιτερ την φώναζε η γιαγιά και εκείνη ήταν που έλεγε στον πατέρα μου ό,τι έκανα κι δεν έκανα και μ’ έδερνε. Δικαίωμα στη γειτονιά δεν ήθελε εκείνος κι έτσι διαφέντευε τις ζωές όλων  η Σταυρούλα, η μοδίστρα. Με κουτσομπολιό κι λαχτάρες. Της χρωστάω όμως της καψερής. Αυτή μου έμαθε εν τέλει να ζω όπως εγώ ορίζω και να μην δίνω σημασία στη γνώμη των άλλων μα μονάχα των αγαπημένων.

«Ο κιεφτές θέλει κιμά ανάμικτο. Τρία τέταρτα σπάλα κι ένα τέταρτο χοιρινό μπούτι. Να έχει λίπος, μα όχι πολύ, για να λιγδώσει τ’ άντερο. Αλλιώς δεν έχει νοστιμάδα. Στην μια οκά, βάνε ένα καπάκι μηλόξιδο. Δεν μυρίζει βρε ξινίλα το μηλόξιδο και ζύμωνέ τον καλά μέχρι να ασπρίσει σε γυάλινη γαβάθα κι ούχι πλαστική λεκάνη. Κρατά βρε τη θερμοκρασία κι δεν λιγδώνει. Σα τονε ζυμώσεις κράτα τον ,στο ψυγείο για μια ώρα. Μαλακώνει μπρε το κρέας το ξύδι και τους κάνει πιο αφράτους. Καθάρισε τώρα δυο κρόμμια λευκά κι ψιλούκοψέ τα μαζί με δυο σκελίδες σκόρδο. Να μη τα φοβάσαι τούτα γιατί είναι υγεία. Φαγί δίχως κρεμμύδι και σκόρδο δεν είναι φαϊ! Και μην τα τρίψεις στον τρίφτη! Χάνουν ούλη τη νοστιμάδα τους. Ψιλόκομμα θέλουν με ακονισμένο μαχαίρι να μη χάσουν τη σπιρτάδα τους. Κι αν σε ενοχλεί στα μάτια το κρεμμύδι, βάνε τα για μια ώρα σε κρύο νερό με πάγο πρου τα κόψεις. Εμένα νε δε με ενοχλούν. Καθαρίζουν τα μάτια τα κρεμμύδια όπως κάνει καλό στας φλεγμωνές. Η μάνα μου με ‘λεγε στα καψίματα και κοψίματα άπλωνε μια φέτα κρεμμύδι κι είχε δίκιο. Τώρα πάνε κόψε με λίγα φύλλα δυόσμο από τον μπαξέ. Να τα κορφολογήσεις, ε! Έτσι φουντώνει μπρε πάλι ο δυόσμος και είναι και πιο γλυκά τα πάνου φύλλα. Κι ύστερα να θυμηθείς να τα σκονίσεις με λίγη σόδα, να μην πιάνουν σκνίπα.

Τον δυόσμο να τονε κόβεις στο χέρι, ούχι σα την λεγάμενη του θειού σου που τα περνάει ούλα από το μηχάνημα. Πώς το λέει; Μπλούντρερ; Ούλα μαζί τα βάζει η αχαϊρευτη κι ετόλμησε κι μου ‘φερε ένα δώρο. Να μην κουράζομαι με λέει! Μα κούραση είναι μπρε το να μαγειρεύεις; Μεράκι είναι κι αγάπη! Αν κουράζεσαι να μαγουρέψεις, βαϊ-βαϊ! Φαγί δεν κάνεις! Άκου με τώρα! Σα τα έχεις ούλα έτοιμα, βγάνε το γυαλί από το ψυγείο και ρίξε τα ούλα μέσα. Ζύμωσε με το χέρι κι ούχι με το μίξερ που κάνει η Σταυρούλα. Το τσι-τσι πρέπει να το νιώθεις! Να νιώθεις μπρε πως αλλάζει χρώμα, θερμοκρασία και θα σε λέει εκείνο τι θέλει. Σα το σικίσι μπρε! Πας τα βάνεις ούλα μέσα και τι καταλαβαίνεις; Σε λέει μπρε το μηχάνημα πόσο αλάτι, πόση ζάχαρη; Αλίμονό μας αν το κάνουν. Θα ξεμάθουμε να μαγειρεύουμε  και να αγαπάμε! Τι άλλο θέλει; Α! Αυγά! Δυο κρόκους κι ένα ολόκληρο. Έχει τ’ ασπράδι βρε τζιέρι μου πολύ νερό  και νερουλιάζει τον κιμά. Ζύμωνέ τα τώρα ούλα με το χέρι που ‘παμε και δοκίμασέ τονε. Τι σιχιένεσαι το ωμό κρέας; Βρε κι εμείς τι είμαστε; Έχει τραβήξει ο κιμάς το αλάτι από το χέρι σου γι’ αυτόνε πρέπει να τονε δοκιμάσεις. Ρίξε έπειτα αλάτι χοντροκουμμένο στο μύλο κι ούχι ψιλό. Ξεγελά  μπρε στην πιασιά! Τώρα βάνε μια πρέζα ζάχαρη, μη τηνε φοβάσαι σα είναι σε μέτρο. Θέλει κι εκείνη τη δόση της, μα σα το παρακάνεις ξελιγώνει. Μαλακώνει βρε γιαβρί μου το κρέας, σα την αγάπη ένα πράμα που μαλακώνει και τον πιο στιφό άνθρωπο.

Βάνε τώρα το μουσκεμένο μπαγιάτικο ψωμί. Πρέπει να είναι ξερό το ψωμί κι ούχι φρέσκο. Σα τα νιάτα ένα πράμα! Το φρέσκο δεν έχει σοφία κι ούλα τα  νερουλιάζει, μα το μπαγιάτικο την έχασε εκείνη την υγρασία κι έπαρση. Αν δεν έχεις ψωμί, βάνε παξιμάδι μα όχι σικάλεως ή με γλυκάνισο. Με κριθάρι να είναι, να αφρατέψει ο κιμάς, μα να μην γίνει ψωμωμένος. Να γεύεσαι μπρε το κρέας κι ούχι ψωμί. Σα την ειλικρίνεια ένα πράμα κι ούχι σα τις κοινωνικές αγάπες που κάνει η Σταυρούλα. Εκείνη μια σε χαμογελά κι από την άλλη στάζει δηλητήριο. Για το τέλος μπαίνει το λάδι. Καλό ελαιόλαδο, πρώτης ποιότητας να βάζεις και μην το τσιγκουνεύεσαι το λάδι. Το ζητά ο κιεφτές και θα σου πει μέχρι πόσο. Θα το δεις που δεν κολλά πια στο χέρι και θα γυαλίζει τορνό-τορνό.  Βαϊ- βαϊ! Τώρα βάνε τον κιμά στο ψυγείο για την επαυριανή, μα σα βιάζεσαι κι έχεις μουσαφίρι, κλείστονα για τρεις ώρες σε πλαστική σακούλα να ξεκουραστεί. Με ελαιόλαδο να τους τηγανίζεις τους κιεφτέδες και πρέπει το λάδι είπαμε να είναι φρέσκο. Μα λίγο προ τους τηγανίσεις, βάνε βρε γιαβρί λίγο ούζο. Στην οκά ένα καπάκι. Να μαλακώσει μπρε το κρέας κι ένα σφηνάκι πιε τονε να ευφράνει η δική σου καρδιά. Μια κουταλιά να είναι ο κιεφτές, μα μην τους κάνεις  στρογγυλούς.

 Πατημένοι να είναι, να γυρνούνται από την άλλη με το κουτάλι με τη μία, αλλιώς κιεφτές δεν είναι. Σα τον άνθρωπο να είναι. Να μπορεί να αλλάζει γνώμη, να παραδέχεται τα σφάλματά του και να μην είναι σα το Μανωλιό, που ‘βαλε το σκούφο του αλλιώς. Κι σα έχεις κάμποσους κιμάδες να μην το λυπάσαι το λάδι. Άλλαζέ το συχνά σε κάθε τρίτο τηγάνισμα, γιατί κι τούτο σα την υπομονή, έχει την ανοχή του. Στέγνωνε μετά τους κιοφτέδες από το λάδι, σα τα περίσσια λόγια, να κρατάς μπρε μοναχά όσα αρμόζουν, μα τα πολλά να τα διώχνεις. Στην αρχή έχουν νοστιμάδα μα σα πλαγιάσεις αναγούλα σε φέρνουν! Πατάτες τηγανιτές με κεφαλοτύρι σε ορμηνεύω να τους σερβίρεις και μια ντοματοσαλάτα. Αυτά κι ο μουσαφίρης θα ξέρει τι καλωσόρισμα του καμες.»

Και περάσανε χρόνια από κείνη τη μέρα που φτιάξαμε μαζί τους κεφτέδες ως τη μέρα που χόρεψε το ζεϊμπέκικό της η κυρά Μαρία. Έφτασε το ασθενοφόρο, ο θείος κι οι δικοί μου κι εγώ με τη γιαγιά μαγειρεύαμε  ξανά κιεφτέδες με δυόσμο και τηγανιτές πατάτες στην κουζίνα. «Να προσέχετε την πίεση και την χοληστερίνη σας» είπε το πρώτων βοηθειών και η γιαγιά μου τους είπε: «Μα να μην μείνετε για λίγους κιεφτέδες; Τόσο κόπο κάνατε! Αμαρτία από το Θεό τόσους που θα ξεμείνουν!», και μείνανε όπως και το ασθενοφόρο κάτω από το σπίτι κι έβαλα κι εγώ από τις κασέτες του παππού τον Μπιθικώτση.

Είναι κάτι μέρες που θλίβομαι μωρέ, θύμα των στοιχειών της νιότης μου, μα σα μπαίνω στην κουζίνα και μαδώ τον δυόσμο για κεφτέδες, αγαλλιάζει η ψυχή κι ο νους μου. Σα έχω και πολλά σεκλέτια, βάζω κι έναν Μπιθικώτση να τραγουδά « του Βοτανικού ο Μάγκας» και χαμογελώ, γιατί μαγκιά είναι να σηκώνεσαι όταν πέφτεις.

Κυριακή, 11 Ιουνίου 2017

Athens Gay Pride or Athens Faggots Party?


Θυμάμαι πριν χρόνια το θέμα μιας έκθεσης στο Γυμνάσιο σχετικά  με την παγκοσμιοποίηση και την ξενομανία, αναφορικά με την υιοθέτηση ξένων συνηθειών στην Ελλάδα κι αυτό σκεφτόμουν όταν με προσέγγισαν να συμμετάσχω στο Πρώτο Athens Gay Pride της Ελλάδας. Άλλη μια «ξενόφερτη» Αμερικανιά που υιοθετήσαμε κι εμείς στην Ψωροκώσταινα. Δεν συμμετείχα τελικά στη διοργάνωση, όμως πήγα και συμμετείχα στη συγκέντρωση, στην πορεία, στο «πάρτυ» και μετά δεν ξαναπήγα, μονάχα άλλη μια φορά για ερευνητικούς λόγους που μπορείτε να δείτε εδώ.  Τη ιστορία των Gay Pride δεν θα την αναφέρω, το διαδίκτυο είναι πολύ πιο πληροφοριακό από μένα τον ίδιο, μα διαβάζοντας και κοιτάζοντας τις φωτογραφίες του φετινού Athens Pride, απογοητεύομαι πρώτα ως Έλληνας πολίτης και μετέπειτα ως ομοφυλόφιλος άντρας.

Τον περασμένο χρόνο, το ‘φέραν οι συγκυρίες και είχα την τύχη να παρακολουθήσω το Europride που διεξάχθηκε στο Άμστερνταμ κι μετέπειτα το Gay Pride του Αμβούργου. Πλήθος κόσμος συμμετείχε γιατί ήταν πραγματικά μια γιορτή στη «διαφορετικότητα», όχι λόγο σεξουαλικότητας ή ταυτότητας φύλου, αλλά γιατί όλοι ήταν σε θέση να κατανοήσουν  την έννοια του διαφορετικού κι παράλληλα να την αποδεχτούν. Πρώτα από όλα οι ίδιοι οι συμμετέχοντες κι έπειτα οι χιλιάδες παρευρισκόμενοι. Οικογένειες, παιδιά, ενήλικες απλά συμμετείχαν σε μια γιορτή. Δεν θα ξεχάσω στην «παρέλαση» που πραγματοποιήθηκε στο κεντρικό κανάλι του Άμστερνταμ, το πλοίο του πιο φημισμένου φετίχ club γεμάτο με τους συμμετέχοντες να είναι  ντυμένοι ανάλογα, να καταχειροκροτείται από το πλήθος κι το επόμενο πλοίο να αντιπροσωπεύεται από μια δικηγορική εταιρία, η οποία για το στολισμό του, επέλεξε τις σημαίες των χωρών στις οποίες η ομοφυλοφιλία θεωρείται έγκλημα, μα πιότερο ένα γραφείο κηδειών, που στόλισε το δικό του πλοίο με έναν πραγματικά τεράστιο σταυρό αποτελούμενο από δεκάδες λευκά οριεντάλ λουλούδια, τα οποία μοσχομύριζαν από μακριά και είχε για σύνθημα: Be yourself. You live only once time. Κι αυτό ήταν μια γιορτή για την διαφορετικότητα, την αποδοχή αυτής και την περηφάνια του να είναι κανείς διαφορετικός. Κι εμείς εχθές τι κάναμε, τι προσφέραμε;

Ένας πατέρας έγραψε πως πήγε τα παιδιά του στο Pride, κι προσωπικά εξεπλάγειν ευχάριστα αρχικά διαβάζοντας το, μα στη συνέχεια ανέφερε πως ο ίδιος απογοητεύτηκε ερωτώντας πως αυτό είναι το μέλλον των παιδιών του εάν είναι «διαφορετικά»; Να κυκλοφορεί ημίγυμνος στους δρόμους και να πανηγυρίζει, θυμίζοντας τον δικό μου πατέρα από την αντίστροφη, ο οποίος όταν έμαθε πως ήμουν ομοφυλόφιλος με πήγε μπουρδελότσαρκα προκειμένου να δω τις τρανς γυναίκες που εργάζονταν στα μπουρδέλα και τους εκδιδόμενους άντρες, λέγοντας μου πως αυτό είναι το μέλλον και συνάμα η κατάληξη μου. Τον διέψευσα και ίσως δεν θα το μάθει ποτέ, με το να είμαι απλά ένας χαρούμενος άνθρωπος, του οποίου η σεξουαλικότητα δεν καθορίζει το Εγώ του, απλά είναι μέρος αυτού.

Δεν αμφιβάλω επ’ ουδενί πως η διαφορετικότητα κάθε μορφής καθιστά τη ζωή αυτού που την φέρει δύσκολη. Είναι δύσκολο να παρεκκλίνει κανείς  από τις νόρμες, από τα πρότυπα και τα στερεότυπα. Είναι δύσκολο να είσαι γέρος, χοντρός, άσχημος, φτωχός, μετανάστης, οροθετικός, άρρωστος και πούστης. Όμως για κάποιους αυτό αποτελεί τροχοπέδη, για άλλους «μπαϊράκι» και για άλλους μια πρόκληση ζωής. Δεν χρειάζομαι ένα  Gay Pride για να είμαι περήφανος για τον Εαυτό μου. Η σεξουαλικότητα μου επηρρέασε την προσωπικότητα  και τη ζωή μου, εξαιτίας της ανικανότητας των άλλων να αποδεχτούν το «διαφορετικό». Όμως για να αλλάξει μια κοινωνία, ένας άλλος νους, οφείλεις πρώτα από όλα να παλέψεις με τον Εαυτό σου. Να τον κάψεις, να τον σκοτώσεις κι μετέπειτα σα Φοίνικα να «αναστηθείς». Όσο ακόμα παλεύει κανείς με τους δικούς του δαίμονες, πάντα θα έχει ανάγκη από μια ημέρα το χρόνο, προκειμένου να καπηλευτεί την ελευθεριότητα εκείνης της ημέρας, προκειμένου να είναι ο εαυτός του και δυστυχώς αυτό που θα δείξει, δεν προσεγγίζει καν αυτό που πραγματικά είναι. Είναι μοναχά η ψυχοπαθογένεια που έχει συσσωρεύσει, γι’ αυτό και τις υπόλοιπες ημέρες δε τολμά να κυκλοφορήσει ημίγυμνος στους δρόμους.

Αλίμονο, δεν αναφέρομαι πως όλοι όσοι συμμετείχαν έχουν την ίδια νοοτροπία ή κίνητρα, ευτυχώς! Πάντα θα θαυμάζω το παιδί εκείνο που θα φορέσει τα ψηλοτάκουνα, θα βαφτεί έτσι γιατί το γουστάρει και θα περπατήσει στο δρόμο αντιμέτωπο με τα χίλια σχόλια, όμως εκείνος που καπηλεύεται την ελευθεριότητα της ημέρας για να ξαναμπεί την επομένη στο καβούκι του, λυπάμαι αλλά προσβάλλει το ίδιο το gay κίνημα. Γεννηθήκαμε για να είμαστε διαφορετικοί και η ζωή είναι πολύ μικρή και πάντα θα προτιμώ  να είναι κανείς απόλυτα γελοίος, παρά απόλυτα βαρετός, όμως ρε φίλε, την ίδια μέρα κάθε χρόνο, εξακολουθείς να είσαι το ίδιο γελοίος και εξίσου βαρετός. «Θέμα Παιδείας» το φετινό σύνθημα του Athens Gay Pride, ποια όμως η προβαλλόμενη Παιδεία, ασυναίσθητα αναρωτιέμαι ως Έλληνας, πούστης, πολίτης.

Δεν είμαι υπέρ των πορειών, αλλά πάντα πιστεύω στο συμβολισμό της. Για το λόγο αυτό θα θυμάμαι πάντα με συγκίνηση τη φωτογραφία της Μαρίνας Γαλανού στη σιωπηλή πορεία του ’15, την Ημέρα Μνήμης για τα τρανς θύματα, όπως επίσης και τη φωτογραφία της Άννας Κουρουπού τον Αύγουστο του ’14, στην πορεία για τον αντιρατσιστικό νόμο, φορώντας ένα μωβ φόρεμα και κραδαίνοντας, σα Άρτεμη μια σημαία Ουράνιο τόξο. Δεν έχω ανάγκη μια μέρα το χρόνο για να παρελάσω ως «περήφανος πούστης». Γνώρισα, ευτυχώς τρανς, πούστηδες, πουτάνες, ναρκομανείς, αστέγους και φτωχούς, που μου έδειξαν πως την περηφάνεια, κανείς δε μπορεί να στην δώσει, μονάχα εσύ ο ίδιος στον Εαυτό σου κι εάν το καταφέρεις τότε μονάχα το όποιο «κίνημα» έχει νόημα. Γι’ αυτο λυπάμαι  Athens Pride, αλλά αποτύχατε για άλλη μια φορά. Μην μπερδεύετε το Pride με το Party ή διαφορετικά, λαϊκιστή “την πούτσα με την βούρτσα”. Ζούμε σε μια εμπορική κοινωνία με ξεπεσμένη ανθρωπιά όπου όλα περιστρέφονται από τον φτηνό ναρκισσισμό που προσφέρουν αφείδωλα τα  social media, γι’ αυτό αντί για σύνθημα, εστίασε στο παρασύνθημα. Διότι εάν είναι θέμα παιδείας η αποδοχή, ξεκίνα με την αποδοχή του ίδιου σου του εαυτού. Κι ευτυχώς για κάποιους δεν τους χωρά μια λεωφόρο, γιατί περπατούν περήφανα κάθε μέρα στο μονοπάτι που λέγεται Ζωή.


Υ.Γ. Λένε πως για να κάνεις ένα πετυχημένο πάρτυ, πρέπει να έχεις μια «αδελφή» καλεσμένο. Αποτυχία είναι να έχεις τόσες «αδελφές» και το πάρτυ να είναι «μάπα».

Κυριακή, 14 Μαΐου 2017

"Χρόνια Πολλά Μανούλα"

Ξημέρωνε Κυριακή και η Σταυρούλα σηκώθηκε από τα χαράματα να  ανάψει το ξυλόφουρνο. Το προζύμι ήταν έτοιμο και θα άρχιζε το ζύμωμα σε λίγο, αφού πρώτα περνούσε από τον μπαξέ να κόψει τις πρώτες τομάτες της χρονιάς. Η τομάτα πρέπει να κόβεται πουρνό – πουρνό, πριν τις δει ο ήλιος. Κρατάνε τη γλύκα της νύχτας, έλεγε η σχωρεμένη η μάνα της. Θα τις έτριβε στο χέρι μια – μια να κάνει σάλτσα για το γιουβέτσι και τις υπόλοιπες θα τις κράταγε για τον ντάκο. Μουσαφίρη περίμενε και τι μουσαφίρη, το γιο της, το Μανωλιό.

Σα μπήκε στην κουζίνα ανέβασε τη πήλινη σκάφη στο τραπέζι και έριξε το αλεύρι του πετρόμυλου. Έκανε μια γούβα με το χέρι και σα δοκίμασε το νερό, γέμισε σιγά- σιγά τη γούβα. Μάζευε το αλεύρι τότε πότε με το ένα χέρι, πότε με το άλλο και σα άρχισε να σχηματίζεται η ζύμη, έριξε και το απαιτούμενο προζύμι. Το ‘χε και καμάρωνε το ψωμί της και σε καμιά δεν πρόδωσε το μυστικό της, πως έφτιαχνε το προζύμι που κρατούσε στη γυάλα και το «τάϊζε» ζουμί από άσπρα κρεμμύδια. Γι’ αυτό μοσχοβολούσε η γειτονιά κάθε φορά που έψηνε το ψωμί στο ξυλόφουρνο, για την ίδια περίσταση του χρόνου.

Κάθε που δίπλωνε τη ζύμη, να και μια ανάμνηση του Μανωλιού. Η πρώτη σα ήταν πέντε χρονώ, που σηκώθηκε νωρίς το πρωϊ να πάει στον κήπο για να κόψει τα μαγιάτικα τριαντάφυλλα και να της τα φέρει μαζί με μια αγκαλιά. Δεν την έφτανε ο Μανωλιός γι’αυτό και την αγκάλιασε στα μπούτια χωμένος μέσα στα φουστάνια της, λέγοντας της «Χρόνια Πολλά μανούλα» κι εκείνη σκούπισε τα αλεύρια στην ποδιά της και τον πήρε αγκαλιά φιλώντας τον στο μάγουλο. «Τέτοιες μαλακίες του κάνεις και θα γίνει κάνας πούστης το παιδί!», άκουσε τη φωνή του Δημητρό κι άφησε το παιδί από την αγκαλιά της. «Άντε φύγε από ‘δω μέσα!, φώναξε στο παιδί ο πατέρας του και του ‘ριξε μια μπάτσα στο κεφάλι λέγοντας του: «Η κουζίνα δεν είναι ρε για τους άντρες! Ουστ από ‘δω!»

Το ‘βλεπε από μικρό, πως το παιδί της ήταν διαφορετικό από τα άλλα παιδιά. Δεν γούσταρε να περνά χρόνο στα αλάνια με τα άλλα αγόρια, ούτε να σκοτώνει πουλιά με τη σφεντόνα, μα κλεινόταν  στην καμαρά της κι έπαιζε με τα φουστάνια της. Μια μέρα τον πήρε πρέφα ο Δημητρός και το σακάτεψε στο ξύλο το παιδί. «Ή θα γίνεις άντρας εσύ ή θα σε σκοτώσω μαλακιστήρι! Εγώ πούστη εδώ μέσα δεν θέλω!», ορυώταν εκείνος κι εκείνη βουβή, ακίνητη, τον έβλεπε να δέρνει το παιδί της με το ζωνάρι που της φωνάζει: «Βοήθεια μανούλα! Βοήθεια!». Μα σα κίνησε προς το μέρος του εκείνος τη σταμάτησε με μια κλωτσιά, ρίχνοντάς της το φταίξιμο που το παιδί  βγήκε χαλασμένο. Εκείνη φταίει! Και το φταίξιμο το πήρε μέσα της η Σταυρούλα και το κανάκευε σα άλλο παιδί, ζητώντας συγχώρεση κάθε βράδυ μπροστά στο εικονοστάσι της για τις αμαρτίες που πίστευε πως έκανε και παρακαλούσε την Παναγιά να λυτρώσει το παιδί της από τα κουσούρια του. Μα η εικόνα της Παναγιάς, βουβή, δεν την άκουγε την Σταυρούλα. Ίσως γιατί ήταν πολλές οι αμαρτίες της και δεν έφτανε μια ζωή να τις ξεπληρώσει.

Σα έφτασε δεκάξι ο Μανωλιός, άρχισαν τα κουτσομπολιά να φουντώνουν και μια μέρα που ο Δημητρός ήταν στο καφενείο, ξεκίνησαν τα πειράγματα. Παινευόταν ένας για το κωλί του Μανωλιού, που το πόρθησε νωρίτερα κι επίσημα πια το χωριό έχει το δικό του πούστη. Και συνέχισε λέγοντας,  πως για το χαλασμένο κατσίκι, φταίει πάντα ο τράγος. Μαύρισε από το κακό του ο Δημητρός και ξεκίνησε για το σπίτι του βλαστημώντας. Τον βρήκε τον Μανωλιό στην κάμαρα του να κλαίει βουβά κι έβγαλε και πάλι το ζωνάρι του ο Δημητρός κι άρχισε να  βουρλίζει την πλάτη του.  «Θα σε σκοτώσω, ρε πούστη!», φώναζε και έτρεξε να πιάσει το μαχαίρι που είχε για τα σφαγεία. «Φύγε!», φώναξε η Σταυρούλα στο γιο της. Μια μονάχα κουβέντα πρόφερε στα τόσα χρόνια που έβλεπε το ίδιο και το ίδιο σκηνικό και στεκόταν βουβή, ακίνητη, να γαλουχεί το φταίξιμο που ΄χε πάρει μέσα της. Και την άκουσε τη μάνα του ο Μανωλιός, τη μόνη φορά που μίλησε και πήδηξε από το παράθυρο της κάμαράς του. Τον έβλεπε η Σταυρούλα να απομακρύνεται και να χάνεται πίσω από τα περιβόλια και κάπου βαθιά μέσα της, φευγαλέα σα αντανάκλαση δροσοσταλίδας, ευχόταν να έτρεχε κι εκείνη κάπου ‘κει στα περιβόλια. Μα ήταν βαρύ το δικό της φορτίο. Που να το κουβαλά τρεχάλα, γι’ αυτό περίμενε πότε θα πέσει η νύχτα, για να πέσει και πάλι στα γόνατα μπροστά στο εικονοστάσι.

Τρεις μήνες αργότερα έλαβε ένα γράμμα από άγνωστο αποστολέα η Σταυρούλα. Σα το άνοιξε διάβασε μονάχα μια φράση: Είμαι καλά. Το δίπλωσε, το έκανε μια σταλιά και το έραψε πάνω στο φυλαχτό που φόραγε από παιδούλα.

Πέρασε ο καιρός, πως κυλούν τα άτιμα τα χρόνια. Άσπρισαν τα μαλλιά της Σταυρούλας κι όλο και μεγάλωνε το φταίξιμο που κουβάλαγε μέσα της. Ο Δημητρός κάθε μέρα στον καφενέ και μια μέρα εξιστορούσε τα γαμησιάτικα του ο Σταύρακας στην Αθήνα που είχε κατέβει για δουλειές. Τι για Βουλγάρες ξανθές δίμετρες έλεγε, τι για μαύρες που για πέντε δεκάρες του κάνανε όλα τα γούστα. Ένα βράδυ όμως, εκεί που έβγαινε από ένα μπουζουξίδικο στη Συγγρού, να σου τον πλευρίζει ένα τραβέλι. Στη αρχή τόνε πέρασε για γυναίκα, αλλά μπερμπάντης κι έμπειρος άντρας καθώς ήταν το κατάλαβε πως ήταν τραβέλι. Να σου τα γέλια οι υπόλοιποι, ξαναμμένοι από τις διηγήσεις του, ρωτούσαν τι έγινε στη συνέχεια. Το πήρανε λοιπόν στο κατόπι το τραβέλι με άλλον έναν φίλο κι εκεί που κάναν τη καζούρα τους, να σου λέει: Ποιος πιστεύετε ότι ήταν το τραβέλι; Ο Μανωλιός, ρε! Ο πούστης του χωριού! Και να σου να γελάνε όλοι και να κερνάνε το Δημητρό για το γέλιο που τους πρόσφερε.

Φουρκίστηκε ο Δημητρός, σηκώθηκε έφυγε αμίλητος από το καφενείο κι ορκίστηκε φτάνοντας στο σπίτι να σφάξει τη Σταυρούλα για την ντροπή που του έφερε. Μα κάπου ‘κει στα μισά του δρόμου έχασε τις αισθήσεις του, έπεσε σε ένα χαντάκι και τον βρήκαν το επόμενο πρωϊ. Εγκεφαλικό, είπαν στη Σταυρούλα από το νοσοκομείο. Σα σταθεροποιήθηκε η κατάσταση του, τον ‘φέραν στο σπίτι. Παραπληγικό, να βρίζει ακατανόητα θεούς και δαίμονες και προπαντός τη Σταυρούλα. Πέντε ολάκερα χρόνια τον έπλενε, τον ταϊζε, τον ξεσκάτιζε η Σταυρούλα κι έπειτα πριν κοιμηθεί, πάντα στο εικονοστάσι να ζητά συγχώρεση για το φταίξιμό της. Ακόμα και σα πέθανε ο Δημητρός, δικό της θεώρησε πως ήταν το φταίξιμο, τι κι αν κάπου μέσα της, πάλι σαν αντανάκλαση δροσοσταλίδας, ανακουφίστηκε λιγάκι, μα πως να ζήσει η δόλια δίχως κάποιο βάρος μέσα στην ψυχή της.

«Το καλό ψωμί, πρέπει να το διπλώνεις στο ζύμωμα. Να μην το βαράς, να το αφήνεις να ξεκουραστεί κι έπειτα σα φουσκώσει, να το χαράξεις σταυρωτά και να το ψήσεις στη θράκα.», μονολογούσε η Σταυρούλα. Μοσχομύριζε η γειτονιά από το ψωμί της  που το άφησε να κρυώσει δίπλα στο παραθύρι μαζί με τη γάστρα. Σε λίγο θα έκοβε τη τομάτα. Θα άπλωνε τη μυζήθρα πάνω στο μουσκεμένο ντάκο και θα περίμενε το Μανωλιό να έρθει.

- Πάλι μαγειρεύει η τρελή;, ρωτούσε ο Σταύρακας τη γυναίκα του.

- Πάψε βρε! Τι είναι αυτά που λές!, του αποκρίθηκε η Μυρτώ.

- Γιατί ψέματα λέω; Άκου να μαγειρεύει και να περιμένει τους πεθαμένους. Δεν το βρήκανε το τραβέλι πεθαμένο από την πρέζα δίπλα στη Συγγρού; Τι περιμένει; Να έρθει ο πούστης της με ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα να της πει «Χρόνια Πολλά μανούλα;» Αϊ στο διάλο σιχάματα!

Σκιάχτηκε η Μυρτώ στο άκουσμα των λέξεων. Το πρωϊ την είχε πάρει τηλέφωνο ο Γιώργος, ο γιος της, να της πει τα «Χρόνια Πολλά» για τη γιορτή της μητέρας και σα τον ρώτησε τι θα κάνει σήμερα της είπε πως θα βρισκόταν με τον κολλητό του το Χρήστο. «Πάλι με τον Χρήστο;», του είχε αποκριθεί. «Άλλους φίλους δεν έχεις;» και δαγκώθηκε. «Φτου! Φτου!», τίναξε τη μπλούζα της  η Μυρτώ κι έκανε το σταυρό της για να διώξει τις κακές σκέψεις.

-Τι σταυροκοπιέσαι μωρή εκεί; Της φώναξε ο Σταύρακας. Και κοίτα να πάρεις ψωμί από την τρελή, γιατί τρελή, τρελή, αλλά το ψωμί της είναι άπαιχτο.


«Σα βάλεις το προζύμι, βάλε και ζάχαρη μα το αλάτι πρέπει να μπαίνει στο τέλος.», μονολογούσε η Σταυρούλα στο διπλανό σπίτι, μα εδώ και χρόνια είχε πάψει πια να βάζει αλάτι στο ψωμί. Πέφτανε τα δάκρυα μέσα στη ζύμη και έτσι το αλμύριζε το ψωμί της.