Παρασκευή, 20 Οκτωβρίου 2017

Πορτοκαλόπιτα

  
«Γέρασα», σημαίνει πως ζει κανείς περισσότερο με τις μνήμες παρά με τους ζωντανούς ακόμα κι όταν αυτές έχουν γεύση από πικραμύγδαλο. Ίσως γιατί τη ζωή, την αναλώνουμε σε πράγματα του «πρέπει» κι όχι του «θέλω». Βαριά φορτία όμως και τα δύο γιατί για το καθένα σου χτυπά ο Δοσάς της ζωής  την πόρτα και να του αρνηθείς δε μπορείς, είτε για όσα έκανες ή όσα θα κάνεις. Κοίτα να δεις τι περίεργες σκέψεις κάνει κανείς κοιτάζοντας ένα ολοστρόγγυλο πορτοκάλι. «Κερωμένο είναι!», σα να ακούω τη γιαγιά μου να λέει. « Κοίτα γυαλάδα! Κοίτα επιφάνεια! Μα είναι πορτοκάλι ετούτο; Έτσι σε ‘μαθα εγώ μπρε, να διαλέγεις τα πορτοκάλια; Του «κουτιού» είναι δαύτο. Σα τις «Καλημέρες» της Σταυρούλας.» Δεν έχουμε πορτοκαλιές βρε γιαγιά εδώ πέρα, διαμαρτύρομαι ασυναίσθητα καθώς φέρνω στο νου την καθιερωμένη μου επίσκεψη στο τοπικό υπερκατάστημα για τις αγορές της εβδομάδας. Φθινοπώριασε και φέραν τα πρώτα πορτοκάλια. Ολοστρόγγυλα, γυαλιστερά, αψεγάδιαστα. Έπιασα ένα στο χέρι κι ως συνήθεια το έφερα στη μύτη μου.  « Τα φρούτα να τα διαλέγεις με τη μύτη κι ούχι με το μάτι. Το μάτι ξεγελά γιαβρί μου. Σα τους ανθρώπους ένα πράμα. Να τους διαλέγεις ούχι με το πως ορέγονται τα μάτια σου, αλλά με την ψυχή σου και η μύτη μιλά βρε κατευθείαν στην ψυχή.», τη θυμόμουν να με ορμηνεύει αργότερα, όταν άφησα το πορτοκάλι πάνω στο γραφείο μου, το οποίο παρά τις φιλότιμες προσπάθειες μου να το τρίψω, αφαιρώντας το κερί, κανένα άρωμα δεν ευωδίασε. Λες να γερνάω πριν την ώρα μου, κάγχασα καθώς αφηνόμουν στη βουτιά των πιο γλυκών μου αναμνήσεων.

Νοέμβρης ήταν κι είχε λίγη ψύχρα. Η γιαγιά μου καθόταν στην καθιερωμένη της θέση μπροστά από το μαγαζί και την παρακολουθούσα να είναι χαμένη στις σκέψεις της καθώς την πλησίαζα. Πάει γέρασε κι αρχίζει και τα χάνει, σκέφτηκα καθώς έφτασα δίπλα της κι εκείνη δεν μου έδωσε σημασία σε αντίθεση με τη συνήθεια της να με προϋπαντεί φωναχτά σα με έβλεπε να στρίβω στη γωνία, προκαλώντας μου παλιότερα αισθήματα ντροπής κι αμηχανίας με τους γλυκούς της χαρακτηρισμούς. «Μπα! Βρήκες το δρόμο να γυρίσεις;», μου είπε κι γέλασα δίνοντας της ένα φιλί, σα διαπίστωσα πως ακόμα τα είχε «τετρακόσια». «Γίνανε τα πορτοκάλια της Κατίνας.», μου ‘πε βιαστικά, μιλώντας περισσότερο στον εαυτό της μη λησμονώντας να μου δώσει το δικό της φιλί.

- Κατίνα! Φώναξε στη γριά γειτόνισσα που έμενε στο απέναντι ισόγειο. Κατίνα! Καλέ, δεν ακούς;
- Τι ‘ναι καλέ; Γιατί σκούζεις;, κι φάνηκε η κυρά Κατίνα από το παράθυρό της με τα μπιγκουτί στο κεφάλι και τα τεράστια γυαλιά υπερμετρωπίας  στο πρόσωπό της.
- Τι κάνεις καλέ κοιμάσαι τέτοια ώρα;, αποκρίθηκε  η γιαγιά μου για να την ακούσει και η υπόλοιπη γειτονιά.
- Όχι καλέ! Τέτοια ώρα; Περιμένω το σίριαλ!, είπε η κυρά Κατίνα, αναφερόμενη στη σαπουνόπερα που έβλεπε μανιωδώς η γειτόνισσα κι άλλοι τόσοι τέτοια ώρα.
- Τον πιάσανε τον απαγωγέα;, ρώτησε η γιαγιά μου.
- Όχι ακόμα, σήμερα λένε!
- Ακόμα;
- Ακόμα! Ναι, ναι! Σήμερα θα τονε πιάσουνε.
- Να ‘ρθείς, να σε δώκω φάβα, που ‘φερε η Ματούλα από την Τήνο.
- Πήγε η Ματούλα στην Τήνο; Με ποιόνε;
- Τι σε κόφτει μαρή εσένα με ποιόνα πήγε;
- Ε, να μην ξέρω;
- Γιατί μαρή; Για να γίνεις ντελάλης;
- Εγώ; Σα δε ντρέπεσαι! Εγώ στόμα έχω και μιλιά δεν έχω! Μνησθητί μου Κύριε!
- Καλά και σε μάθαμε κι εσένα! Φάβα σε λέω έφερε να σε δώκω!
- Καλά, καλά, θα περάσω μόλις τελειώσει το σίριαλ!
- Να με φέρεις και πέντε πορτοκάλια σα έρθεις!
- Δε γίνανε ακόμα!
- Γίνανε σε λέω! Αφού τα μυρίζω από δώθε!
- Δε γίνανε σου είπα! Προχθές την πότισα την πορτοκαλιά!
- Να με φέρεις πέντε πορτοκάλια σε είπα! Ακούς;, κι αυτή ήταν η ερώτηση που δεν σήκωνε άρνηση στην κυρά Μαρία.
- Καλά, καλά! Να τελειώσει το σίριαλ και θα ‘ρθω! είπε η κυρά Κατίνα μαζί με άλλα που δεν μπορούσα να ακούσω καθώς χάθηκε πίσω από το παράθυρό της.
- Εσύ δεν την βλέπεις τη σειρά γιαγιά;, τη ρώτησα σα έκλεισε τις κουρτίνες η γειτόνισσα.
- Εγώ; Να δω τη σειρά; Είσαι με τα καλά σου; Και να χάσω το χάζι της Κατίνας; Βαϊ, βαϊ! Ξέρεις μπρε τι καλά που τα λέει; Χμ!

Μα την ήξερα τη γιαγιά μου. Η κυρά Κατίνα έμενε στην γκαρσονιέρα του ισογείου κι από πάνω έμενε η κόρη της με την οικογένεια της. Ξεχασμένη την είχανε τη γριά κι εκείνη, τα τρία εγγόνια της κι προπαντός ο γαμπρός της, που πήρε το οικόπεδο της προίκας κι έχτισε το σπίτι με αντιπαροχή με το πρώτο τζάκι που είδα ποτέ στην ζωή μου, μια χρονιά που πήγα να τους πω τα Κάλαντα. Έτσι κατέληξε η κυρά Κατίνα, χήρα προ ετών να έχει παρηγοριά το σίριαλ και παρέα τη γιαγιά μου, στην οποία εξιστορούσε με το νι και το σίγμα, προσθέτοντας τις λοιπές λεπτομέρειες κατά πως εκείνη θα ήθελε το σενάριο, μαζί με όλα τα νέα της γειτονιάς μας.

Σα πέρασε η ώρα, να σου η κυρά Κατίνα κουτσή να μας έρχεται φορώντας  την ποδιά της πανέρι. Γεννήθηκε με το ένα πόδι πιο κοντό από το άλλο κι κάθε τόσο και λιγάκι πήγαινε  στον τσαγκάρη μας τον μπάρμπα Μπάμπη να της αλλάξει τον πρόσθετο πάτο στο ένα παπούτσι, που έφερνε τα πόδια της στο ίδιο ύψος.

- Ορίστε, να και τα πορτοκάλια σου κυρά Μάρω, είπε κι μας πρότεινε την ποδιά της.
- Την ποδιά τι τηνε φόρεσες;, ρώτησε η γιαγιά μου.
- Βράζω τα κόλλυβα του Μιχάλη, της απάντησε εκείνη κι έκατσε στο διπλανό κάθισμα με τα πορτοκάλια στα πόδια της.
- Για να δω τι με ‘φερες;, είπε η γιαγιά μου κι έπιασε ένα πορτοκάλι για να πεί:
- Α, πα, πα! Πορτοκάλια μπρε είναι τούτα; Ξεκούτιανες μαρή και δεν αναγνωρίζεις τα πορτοκάλια;
- Αφού σου είπα δεν γίνανε ακόμα! Προχθές τα πότισα!
- Γίνανε μπρε σε λέω! Μοσχομύρισε η γειτονιά!
- Ε, πάρε το κλειδί και πήγαινε διάλεξε τα μόνη σου!, είπε φουρκισμένη και της έδωσε τα κλειδιά στο χέρι.
- Πάμε γιαβρί μου!, γύρισε και μου είπε πιάνοντας μου το χέρι και κρυφογέλασα καμαρώνοντας την αποφασιστικότητα της γιαγιάς μου να βρει τα πορτοκάλια που της μύρισαν.

- Άκου δεν έχει πορτοκάλια!, μονολόγησε η κυρά Μαρία με εμένα να πλησιάζω την πορτοκαλιά κι να απλώνω το χέρι στο πρώτο που είδα.
- Όχι τούτο! Φώναξε. Τούτο είναι ξινό ακόμα! Να εκείνο πιάσε, μου είπε δείχνοντας μου με το δάχτυλο.
- Ποιο ρε γιαγιά; Αυτό; Τη ρώτησα δείχνοντας ένα τυχαίο με το χέρι μου.
- Όχι τούτο, εκείνο παραδίπλα!
- Ποιο; Αυτό;
- Όχι βρε πιο πέρα!
- Αυτό;
- Όχι βρε μπουνταλά! Δε βλέπεις ποιο θωρώ;
- Όχι βρε γιαγιά!
- Εκείνο δα! Δίπλα από το ωραίο φύλλο!
- Ποιο; Αυτό;
- Να γειάσουν τα χεράκια σου! Ετούτο!

Κι έπιασα ένα πορτοκάλι με σφιχτή, τραχιά φλούδα και μεγάλο «μάτι», το οποίο όταν το έκοψα, με πλημμύρισε παραπονιάρικα το μεθυστικό του άρωμα. Σα το πήρε στα χέρια της γιαγιά μου το μύρισε, κλείνοντας ερμητικά τα μάτια της κι ανασύροντας τις δικές τις αναμνήσεις. Έπειτα το πίεσε με τα δυο της χέρια κι το έτριψε στις ρίζες του λαιμού της μονολογώντας: «Εμ το ‘πα πως γίνανε τα πορτοκάλια!»

Σα γυρίσαμε στο μαγαζί με τα λάφυρα, έπειτα από την πολιορκία της πορτοκαλιάς της κυρά Κατίνας εκείνη μασούλαγε μια φέτα πορτοκάλι.

- Ει! Πικρό είναι τούτο!
- Εμ στο ‘πα καημένη! Σε νερατζιά δεν την έχει μπολιάσει ο Μιχάλης;
- Αμάν τα κόλλυβα!, αναφώνησε η κυρά Κατίνα κι έφυγε φουριόζα για το σπίτι της.
- Τι τα θες βρε γιαγιά τα πορτοκάλια;, τη ρώτησα για να αποθέσω φόρο τιμής στα γδαρσίματα από τα αγκάθια της πορτοκαλιάς.
- Μου μύρισε βρε γιαβρί μου πορτοκαλόπιτα.

- Πορτοκαλόπιτα θα φτιάξεις κυρία Μαρία;, πετάχτηκε η Σταυρούλα, το πρακτορείο Ρόιτερ της γειτονιάς όπως την αποκαλούσε η γιαγιά μου. Σα πότε ζύγωσε, δεν την πήραμε χαμπάρι.
- Ναι βρε πορτοκαλόπιτα! Εσένα τι σε κόφτει; Νταβά στην ποδιά μου σε ορίσανε;
- Όχι κυρία Μαρία μου, προς Θεού! Εγώ νόμιζα πως πενθείς ακόμα τον μακαρίτη τον κύριο Στάθη, είπε εκείνη δεικτικά αναφερόμενη στο θάνατο του παππού μου που συνέβη πριν δυο χρόνια.
- Άκου να δεις Σταυρούλα, απάντησε η γιαγιά μου. Κάθε φλέβα που με βλέπεις, είπε κι τέντωνε το δέρμα του ρυτιδιασμένου της δεξιού χεριού, είναι κι ένα κέρατο του Στάθη. Τονε θρήνησα εν ζωή κι τονε σγχώρεσα μετά θάνατο. Σε λίγο που θα τονέ ανταμώσω  άμα με ρωτήσει, θα τονε πω  εγώ γιατί ορέχτηκα πορτοκαλόπιτα, της απάντησε φουρκισμένη.
- Τα πρόλαβες μαρή Κατίνα;, ρώτησε η γιαγιά μου την κυρά Κατίνα που πλησιάζε κουτσαίνοντας περισσότερο. Πάνω στη βιασύνη της ξέχασε τις σαγιονάρες εξωτερικού χώρου.
-  Πάνω που σώθηκε το νερό Μαρία μου!
- Για τον Μιχάλη τα φτιάχεις Κατίνα;, την απαξίωνε να την πει «κυρία» η Σταυρούλα κι ας είχε κοντά την ηλικία της σχωρεμένης της μάνας της.
- Φτου, φτου, να φας τη γλώσσα σου! Για ποιον άλλον;
- Μήπως έκανες για τη μητέρα σου ή τον πατέρα σου, είπε η Σταυρούλα.
- Της μάνας μου της έκανα πολλά κι πατέρα εγώ δεν γνώρισα. Ένας άντρας μου ‘λαχε κι αυτόνα το έθαψα νωρίς. Για αυτόν  τα φτιάχνω.
- Κουφέτα μπόρεσες να πάρεις; Να σου δώσω από της μάνας μου, είπε η Σταυρούλα μειλίχια, βασιζόμενη στην πενιχρή σύνταξη του ΟΓΑ που έπαιρνε η κυρά Κατίνα.
-Μαρή πας με τα καλά σου; Με ταμένα κουφέτα να κάνει κόλλυβα η γυναίκα; Στάρι για τη ζωή κι ζάχαρη να γλυκάνει την πίκρα του θανάτου. Αυτά αρκούν! Εμένα η σχωρεμένη η μάνα μου τα έκανε με μέλι που ήταν πιο φτηνό.
- Εμείς στην Κρήτη, έτσι μου τα έμαθε η σχωρεμένη η μάνα μου, είπε η Σταυρούλα.
-  Ενετοκρατούμενη δεν ήσαντε τρομάρα μου; Απάντησε η γιαγιά μου. Όλο στα φρου, φρου κι αρώματα! Κι είπα από μέσα μου: Γιαγιά- Σταυρούλα 2-0.

- Τι λένε τα κορίτσια;, είπε η κυρα Αγγελικούλα πλησιάζοντας.
Την αγαπούσα τη κυρία Αγγελική. Ποτέ δεν μας μάλωνε σα παίζαμε κάτω από το σπίτι της, μονάχα σα κοιμόταν ο Σταύρος, ο γιος της κι είχε πρωϊνή υπηρεσία την άλλη μέρα. Πιλότος ο Σταύρος, το καμάρι της κυρίας Αγγελικής κι όλων μας μαζί. Στην Αμερική τον σπούδασε τον γιο του ο κύριος Νίκος. Συνταξιούχος εφοριακός κι η γιαγιά μου τον φώναζε «Ο Εφοριακός». «Να γίνετε έξυπνοι σα το Σταύρο!» μας λέγανε όλοι οι σοφοί της γειτονιάς με τεμπελοχανάδες γιούς, μονάχα η γιαγιά μου, μου έλεγε: Να γίνεις ό,τι ορίζει η καρδιά σου, γιαβρί μου κι άστους να λένε.»
- Να, εδώ η κυρία Μαρία θα φτιάξει πορτοκαλόπιτα, πρόλαβε η Σταυρούλα.
- Να μου δώσεις ένα κομμάτι, είπε η κυρία Αγγελική. Καιρός είναι να κάνεις κάνα γλυκό που  μας έλειψαν, συνέχισε  σαν έπιασε το υπονοούμενο της Σταυρούλας.
-Μα δεν της αρέσαν τα πορτοκάλια που έφερα, πετάχτηκε η κυρά Κατίνα περιμένοντας τη σειρά της.
-Μα ήσαν πορτοκάλια αυτά;, διαμαρτυρήθηκε η γιαγιά μου. Τα πορτοκάλια πρέπει να είναι στητά.  Με ωραία φλούδα, να μυρίζουν βαριά κι  όχι  κηρομπογιά! Να έχουν μάτι μεγάλο, σα ερεθισμένη ρώγα. Να μην φοβάσαι μήτε να την κρύψεις μήτε να την δείξεις, σα κορασίδας στήθος κι γέλασε η γιαγιά μου.
-Μα τι λες βρε κυρία Μαρία μπροστά στο παιδί, αναφερόμενη η Σταυρούλα σε μένα.
-Γιατί μπρε; Αν δεν τα ‘χει δει, εύχομαι να τα δει. Κι αν δεν θελήσει να τα δει, τουλάχιστον να ξέρει, να μαζεύει πορτοκάλια! Και να σου τα γέλια οι γριές και η Σταυρούλα να σταυροκοπιέται.

- Να! Κατέφτασε ο αγαπητικός, είπε σιγανά η κυρά Κατίνα, γνέφοντας με νόημα προς το απέναντι σπίτι όπου στάθμευσε το χαρακτηριστικό πια κόκκινο αυτοκίνητο.
- Τς, τς! Μόρφασε η Σταυρούλα. Ελευθερία, όνομα και πράμα, είπε αναφερόμενη στη γειτόνισσα μας.
- Γειά σου Ελευθερία!, την χαιρέτισε η γιαγιά μου σα άνοιξε την πόρτα.
- Γεια σου κυρά Μάρω!, απάντησε εκείνη κουνώντας το χέρι της με τον «αγαπητικό» να μπαίνει σκυφτός και γρήγορα μες στο σπίτι για να μη δώσει περαιτέρω αφορμή για σχόλια.
- Κλειδί δε του ‘δωσε ακόμα;, αναρωτήθηκε η κυρά Κατίνα.
- Μα, να έχεις πάρε δώσε δε δαύτην;, συμπλήρωσε η Σταυρούλα.
- Γιατί μπρε; Λογαριασμό θα σε δώκω; Με όποιονα θέλω θα νταραβερίζομαι.
- Μα δεν έχει τσίπα επάνω της, συνέχισε η Σταυρούλα.
- Και τσίπα έχει και φιλότιμο έχει κι ανοιχτή καρδιά έχει…
- Και σκέλια, συμπλήρωσε η Κατίνα και γέλαγε μόνη της.
- Κι σένα μαρή τροχονόμο στο πράμα της σε ορίσανε; Ορίστε μας!, τη μάλωσε η γιαγιά μου. Καλύτερη είσαι συ από δαύτην;,
- Εγώ κυρία Μαρία, είμαι κυρία με κάπα κεφαλαίο, είπε θιγμένη η Σταυρούλα.
- Καλή εν λόγου σου είσαι κι εσύ, είπε η γιαγιά μου αδιαφορώντας για το σχόλιο της Σταυρούλας. Έχω γνωρίσει εγώ στη ζωή μου πουτάνες που ήσαν κυρίες και κάτι κυρίες…αι¨- αϊ, είπε τινάζοντας το πέτο της με δυο ακροδάχτυλα στραβοκοιτώντας τη Σταυρούλα.

- Ήτανε μια στη Σμύρνη, Λεϊλα την φωνάζανε, μα εμένα με το είχε πει το όνομα της. Ελευθερία την βαφτίσανε.
- Εμ, το ‘χει το όνομα φαίνεται, σχολίασε η κυρά Κατίνα.

- Σσς, μπρε! Ταμένη την είχανε στον Άγιο Ελευθέριο στο χωριό της που ήσαντε ραγιάδες των Τούρκων. Να λευτερωθεί θέλανε, να φύγει γι’ αυτό και σα ορφάνεψε την στείλανε στη Σμύρνη παραδουλεύτρα σε σπίτι.

« Όμορφη δεν ήταν η Ελευθερία, μα νέο κορίτσι στο άνθος της ηλικίας της. Την πήρε χαμπάρι η κυρά της όμως πως την γλυκοκοίταζε ο δικόνε της και να σου να την φορτώνει με ότι αγγαροδουλειά είχε το σπίτι. Κάθε δυο μέρες να τινάζει τα χαλιά, να κατεβάζει τις κουρτίνες και να τρίβει σκυμμένη στα τέσσερα τα πατώματα κι όμως δεν άργησε να γίνει το κακό. Ένα βράδυ την επισκέφτηκε στο πλυσταριό, εκεί πίσω ήταν η κάμαρα της. «Σσς, μωρή θα σε σκοτώσω!», της είπε κι έγινε το κλάμα της βουβό. Την επομένη σα δεν εμφανίστηκε στην ώρα της, να σου η κυρά της στο πλυσταριό. Είδε τα αίματα στα σεντόνια και την πέταξε κακήν κακώς από το σπίτι. Βρωμιάρα τηνε φώναζε. Ξετσίπωτη. Ανήθικη. Κι έμαθε ούλη η γειτονιά πως η Ελευθερία μαγάρισε την τιμή του σπιτικού της. Γύρναγε τότε η φουκαριάρα στα στενά της Σμύρνης, να παρακαλάει για ένα μεροκάματο, μα ποια κυρά να την να τηνε μπάσει μέσα στο σπίτι της, φρόντισε η κυρά της γι’ αυτό. Έτσι κατέληξε η Ελευθερία πλύστρα στο ντέλο του κάτω μαχαλά.

Μα ήταν νέα ακόμα, ζουμερή, με σφριγηλό στήθος και την ζητούσαν οι πελάτες. Ή την πλύστρα ή καμία. Σα είδε πως παράγινε το κακό η πατρόνα και τους παράδες να πάνε στο παραπέρα «σπίτι», να σου την φωνάζει μια μέρα. «Άκου να δεις της λέει. Εσύ, νέα κι όμορφη να δουλεύεις πλύστρα μια ζωή, κρίμα κι άδικο είναι. Άδικη είναι και η ζωή σου σε φέρθηκε έτσι μα τι περιμένεις από δαύτην; Θηλυκιά είναι κι αυτή και σκύλα που σε δάγκωσε.» και να σου βάζει η Ελευθερία τα κλάματα, γεμάτη παράπονο για το άδικο της ζωής της. « Άκου με τώρα να σε πω κόρη μου.», της είπε μετά η πατρόνα σα σκούπισε τα δάκρυα της.  «Στον κόσμο τούτο που ζούμε καμιά γυναίκα δεν ορίζει την ψυχή της. Εκείνη σα που γεννιόμαστε υποτάσσεται στη δύναμη των αντρών.  Η δύναμη της γυναίκας όμως είναι στο μυαλό της και στα σκέλια της και στα τούτα τα δυο, υποτάσσονται οι άντρες. Η ζωή σε δάγκωσε, να τηνε δαγκάσεις κι εσύ πίσω.» Και το πήρε απόφαση η Ελευθερία να τηνέ «βαφτίσει» η πατρόνα  Λεϊλα και να την μυήσει στα μυστικά των αντρών. Γιατί ένα πράμα έβαλε στο μυαλό της εκείνη τη μέρα η Λεϊλα. Να δαγκάσει πίσω τη ζωή. Και τα κατάφερε.

Σα πέρασαν χρόνια και σχωρέθηκε η πατρόνα, ο οντάς της Λεϊλας, πια στον πάνω μαχαλά, ήταν ο πιο ξακουστός της πόλης. Από κει περάσαν ούλοι ή σχεδόν ούλοι. Και σα συνήθεια, μετά την τελετουργία ούλοι οι άντρες κομπάζουν. Κι όσο λιγότερο αποδίδουν, τόσο πιο πολύ κομπάζουν κι σα δεν έχουν πολλά να παινευτούν, μειώνουν τους άλλους. Έτσι έμαθε η Λεϊλα πως ο παλιός της κύρης πήρε δάνειο μεγάλο να επεκτείνει την επιχείρηση του κι ετοιμάζεται να συνεταιριστεί, συμπεθεριάζοντας με έναν μεγαλέμπορο. Κόρη της παντρειάς είχε η κυρά της κι ορεγόταν τιμές και μεγαλεία. Μα ο γραμματέας του μεγαλέμπορου ήταν συχνός της επισκέπτης και του σφύριξε τα μαντάτα. Σα έμαθε εκείνος πως ο μέλλων συμπέθερος περιμένει να ρεφάρει από τους δικούς του παράδες, το χάλασε το προξενιό και δεν άργησε πολύ να βάλει λουκέτο στην επιχείρηση. Και τα χάσανε όλα.»

- Α, την κάργια!, φώναξε η κυρά Κατίνα.
- Εμ, τι περίμενε κανείς από μια τέτοια γυναίκα, είπε η Σταυρούλα.
- Τέτοια γυναίκα; Τέτοια γυναίκα; Λίγο ήταν αυτό που της κάνανε;
- Μα να κλείσει έτσι ένα σπιτικό; Και το άμοιρο το κορίτσι τι έφταιγε;
- Εμ, έννοια σου και για αυτό φρόντισε η Λεϊλα. Γιατί μπορεί να ήτανε πουτάνα, αλλά εκείνη ήταν κυρία με κάπα κεφαλαίο, είπε η γιαγιά μου, στραβοκοιτάζοντας πάλι τη Σταυρούλα.
-Για πες μας τώρα τη έκανε η Λεϊλα;, ρώτησε γεμάτη ενδιαφέρον η κυρά Αγγελική, που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε βγάλει μιλιά.

«Όπως έλεγα από τον οντά της περάσαν πολλοί. Έμαθε πως ο καπνέμπορος της Σμύρνης, έψαχνε δασκάλα για την κόρη του, να τηνέ μάθει Γαλλικά και πιάνο. Επίσης έμαθε πως η κόρη της κυράς της, φιλότιμο και προκομμένο κορίτσι, έπιασε δουλειά στο καπελάδικο του Μπαχλιβάνη. Να σου λοιπόν η Λεϊλα μια μέρα να ψωνίζει καπελαδούρες και σα είδε πως όντως το κορίτσι ουδεμιά σχέση  έχει με τη μάνα της, της ρίχνει το νέο για τον καπνέμπορο. Μεγαλωμένη κι εκείνη με Γαλλικά και πιάνο, έδωσε κι η Λεϊλα συστάσεις μέσω άλλου που μπαινόβγαινε στον οντά της, το πήρανε το κορίτσι. Λίγο καιρό αργότερα, παντρεύτηκε το γιο του συνεργάτη του καπνέμπορου και πήρανε κι εκείνοι μια να μάθει στο κορίτσι τους Γαλλικά και πιάνο.»

- Βρε τη Λεϊλα! Και δεν της το ‘χα, είπε η κυρά Αγγελική.
- Αυτό δεν είναι οντάς βρε Μάρω μου. Διεθνές κέντρο επιχειρήσεων είναι!, αναφώνησε η κυρά Κατίνα.
- Και δεν μου λες βρε Μαρία, εσύ που τα ‘μαθες όλα αυτά;
- Από τη Λεϊλα φυσικά, απάντησε η γιαγιά μου με την απλότητα του ανθρώπου που έχει μάθει να αγαπά τους ανθρώπους.

«Εμένα η σχωρεμένη η μάνα μου έφτιαχνε δαντέλα κι η μάνα της ήταν μοδίστρα φημισμένη. Ούλες τις κυράδες της Σμύρνης έραψε κι σα ήσαν της μοδός η δαντέλα, είχαμε πάντα δουλειές με φούντες. Άντρα στο σπίτι δεν είχαμε. Ο πατέρας μου πέθανε σα ήμουν μικρή από χτικιό κι ο θείος μου ήταν στα καράβια. Θαλασσοπνίγηκε μια χρονιά κι μας έμεινε πεσκέσι η γυναίκα του. Στέρφα, Υδραία Αρβανίτισσα και ξινή. Ποτέ δεν αγάπησε τον τόπο μας, ποτέ δεν είπε καλή κουβέντα για άνθρωπο κι ούλο μας έλεγε πως θα μας παρατήσει και θα πάει στον τόπο της, μα δεν μας έκανε τη χάρη. Εγώ ήμουν δεν ήμουν εννιά χρονώ παιδούλα κι ανάμεσα στη δαντέλα και το ράψιμο έκανα και τα θελήματα και παρέδιδα τα κεντητά και τα φορέματα. Μια μέρα με λέει η μάνα να πάω το πακέτο στη Λεϊλα. «Να το αφήκεις στην πόρτα και να φύγεις, ακούς;», με είπε. Έφριξε η θεια μου σα το άκουσε. « Μα να στείλεις τη μικρή στο ντέλο της Λεϊλας; Τι μάνα είσαι ‘συ;» Σα το άκουσε αυτό η γιαγιά μου έφριξε. «Κάρναξε συ!» της λέει.

 - Ποια είσαι συ που θα κρίνεις τη Λεϊλα και την κάθε Λεϊλα;
- Μα είναι πράγματα αυτά; Να μπάζουμε στο σπίτι μας τα βρωμόρουχα της κάθε παστρικιάς; Θα πέσει φωτιά να μας κάψει!, έκανε εκείνη μαζί με το σταυρό της.
- Να σου πω μαρή!, απαντάει η γιαγιά μου. Εσύ που ξεστραβώνεσαι ολημερίς στο Ευαγγέλιο η Μαρία η Μαγδαληνή πουτάνα δεν ήτανε; Εμ,  η Αγία Θεοδώρα που της τάζεις κάθε λίγο και λιγάκι, πάλι πουτάνα δεν ήταν; Ή η Οσία Μαρία η Αιγύπτια; Και θα κρίνεις εσύ την Λεϊλα και την κάθε Λεϊλα του μαχαλά; Και του λόγου σου, καλύτερη της θαρρείς πως είσαι; Καπετάνιο ήθελες να πάρεις και σε δώκανε ξεβράκωτη στο σχωρεμένο το Νικόλα μου κι ούτε ένα εγγόνι δεν μου σταύρωσες.», ξεσπάθωσε η γιαγιά μου.
- Σας σιχάθηκα όλους σας! Θα σηκωθώ να φύγω από ‘δω πέρα!, κλαψούρισε η θειά κι έφυγε από την κουζίνα.
- Να μας κάνεις τη χάρη τότε!, φώναξε η γιαγιά μου. Κι αν θες να ξέρεις τα φουστάνια της Λεϊλας σε ταϊζουνε! Εκείνη η πουτάνα που λες προίκισε ορφανά κορίτσια και σπούδασε γιους από φτωχόσπιτα όσο εσύ κάθεσαι  με το Ευαγγέλιο σου και ούτε ένα πιάτο δεν πλένεις! Ορίστε μας! Που θα μας κάνει ζάφτι η Αργυρώ ποιανής τα φουστάνια θα ράψουμε. Πιάσε βρε κόρη μου ένα νερατζάκι, γιατί με σύγχισε η σακαφιόρα. Άντε κι εσύ μην αργείς, είπε σε μένα. Και μη τολμήσεις και μπεις μέσα στο σπίτι, ακούς; Θα σε κόψω τα πόδια!, με ορμήνεψε.

Και με αυτή την εικόνα επήγα πρώτη φορά στον οντά της Λεϊλας, σαν αγία την είχα πλάσει μέσα στο μυαλό μου από αυτά που είχα ακούσει. Τη νύχτα στον οντά και τη μέρα να προικίζει κορίτσια και να σπουδάζει ορφανά στο Αμερικάνικο Κολλέγιο. Σα έφτασα στο σπίτι της εκείνη με άνοιξε την πόρτα φορόντας το ομορφότερο φόρεμα που είχα δει ποτές μου. «Έλα μικρή, πέρασε μέσα», με είπε κι εγώ ντράπηκα. Από τη μια με είχε ορμηνέψει η μάνα και η γιαγιά να μην μπω κι από την άλλη με έτρωγε περιέργεια μεγάλη να δω πως ζει μια αγία… και εμπήκα. Και τι σπίτι ήταν αυτό! Πολυελαίους, πίνακες, βελούδα, όλα τα κοίταζα και σα τούτα πουθενά δεν είδα. Και στο κέντρο του δωματίου, ένα μαρμάρινο τραπέζι κερασιάς με ίσαμε εικοσαριά πορτοκάλια σε μια πορσελάνη. Η Λεϊλα έπιασε ένα, το έτριψε στο λαιμό της και το ξανάφησε στην πιατέλα. «Κάτσε κείθε κοκόνα μου και πάω να σε φέρω τον παρά.», με είπε κι εγώ στεκόμουν όρθια κι δεν ετόλμησα να καθίσω μη και λερώσω το κάθισμα με το βελούδο. Εκείνη τότες μπήκε πάλι μέσα στο δωμάτιο κι χαμογέλασε σα με είδε να στέκομαι σα το χάνο. « Αυτό είναι για τη γιαγιά σου, γιαγιά σου δεν είναι η κόνα Φώτο;, ρώτησε δίνοντάς μου τον παρά δεμένο σε ένα μαντήλι που μύριζε πορτοκάλι κι εγώ σκούντησα το κεφάλι μου. Τότε πλησίασε στο σκρίνιο, σήκωσε το καπάκι της φουντονιέρας  κι έχωσε στις τσέπες μου τόσα σοκολατίνια που πέφτανε απέξω. «Κι αυτά για τον κόπο σου.», με είπε κι εγώ πίστηκα πως η Λεϊλα ήταν όντως αγία. Τι ήταν τούτο. Τόσα σοκολατίνια δεν είχα ματαδεί ούτε στο «Κοσμικόν» που περνάγαμε απέξω με τη μάνα. Φοβήθηκα όμως τη βούρλα, σα γύριζα σπίτι και τους έλεγα πως μπήκα στο σπίτι, έτσι έκατσα κι τα ‘φαγα ούλα σε ένα σοκάκι πριν γυρίσω στο σπίτι. Ματιασμένη λέγανε πως ήμουν, σα δεν άγγιξα το φαϊ το βράδυ με την κοιλιά τούμπανο κι καημό το ‘χε η γιαγιά που δεν έπιασε το ξεμάτιασμα της κι ο αγιασμός από τον Άγιο Χαράλαμπο. Που να ΄ξερε η δόλια.» και γέλαγε η κυρία Μαρία, θυμούμενη τα κατορθώματα της, καθώς εγώ κυριολεκτικά κρεμόμουν από τα χείλια της.

«Επήγα κι άλλες φορες στη Λεϊλα κι κάθε φορά ούλο και κάτι με τράταρε. Κι σαν απέκτησα κι εγώ θάρρος και λύθηκε η γλώσσα μου, άρχισα να της κάνω με τη σειρά μου ερωτήσεις. Έτσι έμαθα την ιστορία της κι έτσι τηνέ αγάπησα πιότερο. Μια μέρα, σα να είχε όρεξη για κουβέντα με φίλεψε πορτοκαλόπιτα. «Εγώ τηνε έφτιαξα.», με είπε με καμάρι. Τηνέ ρώτησα κι εγώ γιατί τρίβει τα πορτοκάλια στο λαιμό της και μεταξύ του πιάτου και της πείνας μου, να σου πέφτει η μπουκιά στο βελούδινο το κάθισμα. Περίμενα κι εγώ να με διώξει σα κουτσαβό, όπως έκανε μια άλλη κυράδα σα λέρωσα το χαλί της με τα παπούτσια μου, μα εκείνη σα είδε το βλέμμα μου, γέλασε και σκούπισε τα σιρόπια από το στόμα μου με το μανίκι της. «Μη σκοτίζεσαι κοκόνα μου για τους λεκέδες στα χαλιά. Τους λεκέδες της ψυχής να σε κόφτει. Εκεί, κι έδειξε με το δάχτυλο της την καρδούλα μου, κανέναν μην αφήσεις να λεκιάσει, ούτε εσύ η ίδια.», με είπε και πως μου ήρθε, πήδηξα από το κάθισμα και την αγκάλιασα και μύριζε ολάκερη πορτοκάλι. «Άντε πήγαινε κοκόνα μου κι άργησες.», με ορμήνεψε και σα έφτασα στην πόρτα την ξαναρώτησα γιατί τρίβει πορτοκάλι στο λαιμό της. «Α!, με λέει. Ο άντρες είναι σα τα σκυλιά. Σα έρχουνται ξαναμμένοι το πρώτο πράμα που βλέπουν είναι πορτοκάλια και σα φεύγουν από την κάμαρα μου, μυρίζουν μοναχά πορτοκάλι όπως κι οι γυναίκες τους. Μα σα δουν πορτοκάλι στο διαβά τους, εμένα ενθυμούνται και πάλι.» και μου ‘κλεισε πονηρά το μάτι.»

- Και τι ορέχτηκες μαρή γρια γυναίκα πορτοκάλια;, τη διέκοψε η κυρά Κατίνα.
- Κάρναξε εσύ, της είπε η γιαγιά μου. Φτιάξε εσύ κόλλυβα για το Μιχάλη κι άσε με εμένα με την πορτοκαλόπιτα μου.

- Αϊντε! Σκοτίνιασε κι εσύ έχεις ακόμα διάβασμα, μου απεύθυνε κι έδωσε σήμα να διαλυθεί η παρέα. Να με φέρεις κόλλυβα αύριο, ακούς, φώναξε στην κυρά Κατίνα και να με πεις τη συνέχεια του σίριαλ. Τον πιάσανε τον απαγωγέα;, ρώτησε.
- Ουού, τον πιάσανε και τον μαντρώσανε και καλά του κάνανε, έκανε η κυρά Κατίνα.
- Αύριο Κατίνα μου αύριο, την έκοψε η γιαγιά μου, ξέροντας πως άμα καθότανε θα άκουγε το σημερινό κι όλα τα επόμενα επισόδεια της σειράς.
- Καληνύχτα κυρά Μαρία, έκανε η κυρά Αγγελική.
- Καληνύχτα Αγγέλα και χαιρετισμούς στο Νίκο.
- Θα του δώσω.
-Άντε καλή σου ώρα κι σένα, έκανε στη Σταυρούλα.
- Καληνύχτα κυρά Μαρία. Και να ξέρεις, εμένα με έχεις παρεξηγήσει, της έκανε παράπονο.
- Συμπάθα με βρε Σταυρούλα, γρια γυναίκα είμαι, έχω κι εγώ τις λόξες μου, της είπε κι σα απομακρύνθηκε είπε στον εαυτό της «Που κακό χρόνο να μην σ’ έβρει. Άσφαιρος δεν ήταν ο Βαγγέλης πριν σε πάρει; Δυο γάμους έκανε κι εσύ που τα βρήκες τα δίδυμα;
Άναψε τότε κι η εξώπορτα της της Ελευθερίας και την χαιρέτισε η γιαγιά μου και πάλι.
- Καλή νύχτα κυρά Μαρία!
- Καλό ξημέρωμα Ελευθερία! Και σε σένα λεβέντη!, έκανε στον αγαπητικό και σα να τον είδα να κοκκινίζουν και τα αυτιά του.

Την επόμενη μέρα, σα γύρισα από το σχολείο και κατά το καθιερωμένο μου πέρασμα για φαγητό στη γιαγιά, ανεπρόκοπη η μάνα μου φαϊ δεν είχαμε ποτέ στο σπίτι, μου είπε: «Έλα γιαβρί μου, κάνε μου τη χάρη και τρίψε με τα πορτοκάλια που τα χέρια μου δε βαστούν.» Κι έπιασα τον τρίφτη στο «ροντέ» για τρια πορτοκάλια.

«Τα πορτοκάλια να τα δουλεύεις την επόμενη μέρα. Νάζια σε κάνουν σα τα κόψεις και τα αρώματά τους δε στα δίνουν αμέσως, μοναχά την αυριανή. Στο ψιλό να τα τρίβεις κι αμέσως μέσα σε χλιαρό γάλα να τα βάλεις. Άστα εκεί να μουλιάσουν , νάζια να τους κάνεις κι εσύ και να δεις τι άρωμα θα σε δώκουν. Χτύπα τώρα τρία αυγά με μια κούπα ζάχαρη και σα διαλυθεί καλά, καλά όμως διαφορετικά στο ψήσιμο θα σε κάνουν κεντητά, ρίξε το γάλα με το ξύσμα και χτύπα τα κι πάλι. Πορτοκάλι πρέπει να μυρίσει κι ούχι αυγουλίλα. Πρόσθεσε τώρα τον έναν κεσέ στραγγάτο, από βραδύς να το βάλεις σε τούλι και να το δέσεις σε κουτάλα να στραγγίζει. Γιαούρτια είναι ω ρε τώρα που φτιάνουν; Μες το νερό κι άγευστα είναι. Εμπάς περιπτώση, αν δεν είναι καλό το γιαούρτι, ταϊσέ το ένα τόσο δα κομμάτι μαγιά κι άστο στο τούλι ολονυχτίς.

 Βάνε τώρα το γιαούρτι και χτύπα το με δυο πιρούνια στ’ αυγά. Μη βάλεις μίξερ κακομοίρη μου τώρα σε ‘φαγα, θα κόψει και το γάλα και το γιαούρτι. Βάνε το τώρα στο ψυγείο και περίμενε. Τι περίμενε; Άπλωσε τώρα τα φύλλα κρούστας κι άπλωνε με πινέλο ελαφριάς τρίχας το λιωμένο βούτυρο. Τρία  τέταρτα  αγελαδινό κι ένα τέταρτο  κατσικίσιο. Τρία φύλλα βάνε στο ταψί σταυρωτά και τα υπόλοιπα κόψτα κορδέλες με το ψαλίδι. Φέρε τώρα την κρέμα μα μην την κουνάς! Εμένα ένας Γάλλος μάγειρας, με είπε να βάνω μισό κουταλάκι μπεϊκιν πάουντερ. Αφρατεύει η κρέμα με λέει και να κοίτα πόσο φουσκώνει τώρα. Ρίχνε την τώρα απαλά στο ταψί και με τρέμουλο άστηνα να καλύψει το ταψί. Ρίξε τώρα απαλά τα κρόσσια του φύλλου κι απαλά, απαλά σε είπα βρε, πασπάλισε λίγο το βούτυρο. Μη βιάζεσαι κι κράτα και λίγο για μετά το ξεφούρνισμα. Βάνε την πίτα τώρα στο φούρνο, τι βρε χα¨βάνι, δεν άναψες το φούρνο πρωτύτερα; 180 βαθμούς μπρε να τονέ βάνεις, αλλιώς δεν φουσκώνει το γλυκό. Τι  πόση ώρα; Μα καλά τίποτις δε σε ‘μαθα; Τριαντά πέντε λεπτά θα το αφήκεις. Φτάνει ο χρόνος για το σιρόπι.

Άκουγε τώρα. Θα μετρήσεις πρώτα το χυμό από τα πορτοκάλια.Το σιρόπι θέλει τρεις κούπες ζάχαρη κι τέσσερις νερό. Όσες κούπες σε δώκουν τα πορτοκάλια συμπλήρωσε μετά σε νερό. Μα μην τα στίψεις πολύ. Σα το παρακάνεις όλο πίκρα θα σε δώκουν, σα τους ανθρώπους ένα πράμα. Και δοκίμασε τη γλύκα τους, ε; Η πολύ η γλύκα είναι σα τα ψέματα. Σ’ αρέσουν στην αρχή μα μετά ξελιγώνουν. Να κόψεις λίγο τη ζάχαρη. Τι πόσο; Εμπειρία λέγεται αυτό βρε γιαβρί μου, από τη ζωή θα το βρεις. Εμένα ποτές δε μ’ άρεσαν τα βαριά σερμπέτια, όπως τα γλυκόλογα. Ρίξε τώρα και τις φλούδες, όλες γεια! Να πάρει άρωμα. Πολλοί βάνουν και κανέλα μα εμένα μ’ αρέσει το μοσχοκάρυδο. Μια φέτα μονάχα! Πορτοκάλι είπαμε να μυρίζει. Άκου με τώρα. Το σιρόπι θέλει δυνατή φωτιά μα όχι βιάση. Σα τη γυναίκα. Σα βιαστείς θα την κάψεις και θα πικρίσει. Σα αργείς δε θα δέσει. Μα σα δεις το χρόνο της, μελώνει βρε γιαβρί μου και γλυκαίνει. Από που θα το καταλάβεις; Βρε μιλάει η ζάχαρη. Από τις μπουρμπουλήθρες της θα το δεις. Μεγάλες σα εικοσάρικο σα γίνει έτοιμο είναι. Κι αν είσαι μπουνταλάς, στάξε μια σταγόνα σε πιάτο κι άστηνε να τρέξει. Σα σταματήσει στα τρία δάχτυλα έτοιμο είναι. Θα έχει γίνει και η πίτα. Μα μην βιαστείς! Βγάνε την πίτα πρώτα κι όσο είναι καυτή, ράντισε την βούτυρο. Κι αν έχει κρυώσει βρε, ζέστανε το λίγο, λεκέ θα σε κάνει πάνω στο φύλλο, μα πολλοί θα το δουν, λίγοι τα το προσέξουν. Όμως όταν κάνεις κάτι, να το κάνεις με την καρδιά σου. Θα το δεις εσύ εκεί μπρε, θα το αφήκεις; Ου κι αλίμονο σου! Καλύτερος μπρε να γένεις κι ας μην το ξέρουν πολλοί. Εσύ να ξέρεις πως έδωκες τον άριστον εαυτό σου.

Άστα τώρα να κρυώσουν λίγο. Το γλυκό να μην σε κάιει το δάχτυλο και το σιρόπι τα χείλι. Μη και βάλεις δάκτυλο, ούτε δοκιμασμένο κουτάλι. Μέχρις αύριο θα έχει ζαχαρώσει κι πάει χαμένος ο κόπος σου. Σα τα επαναλαμβανόμενα ψέματα. Γλύκα σε δίνουν μα σα δεις την όψη τους…Πφφφ! Στάξε τώρα το σιρόπι. Αργά αργά και με το μέτρο. Θα σε πει εκείνο πόσο θέλει. Άλλοτε πολύ, άλλοτε λίγο, μα να μην κολυμπά βρε τζιέρι μου στη ζάχαρη. Ξεσκούντησε κάθε τόσο και λίγο το ταψί και κοίτα πόσο μαζεύεται στη γωνιά. Σα περνά το δάχτυλο το παράκανες, σα είναι πιο λίγο, διψά για κατιτίς ακόμα, σα το ψέμα. Άστο τώρα να καλμάρει. Κι από το ψέμα κι από το σιρόπι. Μη βιαστείς τώρα  να το σερβίρεις. Την αυριανή είναι πιο νόστιμη. Εμένα μ΄αρέσει να τηνε τρώω με παγωτό καϊμάκι, αϊ ντε και βανίλια. Μα χειμώνα σα είναι τα πορτοκάλια, ένα σφηνάκι κονιάκ να του έχεις του μουσαφίρη σου και το νου σου μη σου κάνει «Αρμένικη» βίζιτα.»

-Άντε βρε κυρία Μαρία την έκανες την πορτοκαλόπιτα;, φώναζε η κυρά Αγγελική από το αντίπερα μπαλκόνι.
- Παγωτό καϊμάκι έχεις να την σερβίρεις;, ρώταγε η γιαγιά μου.
-Όχι! Έχει ζάχαρο ο Νίκος και δεν τρώμε γλυκά στο σπίτι.
- Και ποιος θα την βρε την  πίτα;
- Εγώ κι ο Σταύρος!
- Ε, αν είναι για τον Σταύρο, καλοφάγωτα!, και με έστειλε με το μισό ταψί στην κυρά Αγγελική, που αν ήμουν κορίτσι, το προξενιό  θα το είχε καμωμένο.

- Να πας και στην Κατίνα ένα κομμάτι και στην Ελευθερία άλλο ένα.
- Καλά ρε γιαγιά! Πορτοκαλόπιτα έκανες ή κόλλυβα και μοιράζεις στον κόσμο;
- Σιωπή εσύ! Έτσι μνημονεύω εγώ τους πεθαμένους μου.

Σα μείναμε οι δυο μας με δυο κομμάτια πορτοκαλόπιτα γαρνιρισμένα με παγωτό καϊμάκι, την ρώτησα αν σα σήμερα πέθανε η Ελευθερία ή Λεϊλα.
- Όοοχι!, αποκρίθηκε εκείνη. Θαρρώ πως έζησε για χρόνια ακόμα. Μα τέτοια μέρα ήτανε που χτύπησε τη πόρτα του σπιτικού μας. «Να μπει η παστρικιά στο σπίτι μας;, ωρυόταν η θειά μου. «Κάρναξε!» της είπε η γιαγιά μου και στη Λεϊλα « Καλοσήρθες κοκόνα μου. Τι σε φέρνει στο σπιτικό μας; Μη και δε σε φτιλαξαμε καλά τα φουστάνια;»
- Όχι κόνα Φώτο! Αλίμονο. Η καλύτερη της Σμύρνης είστε. Μα να… Ξέρετε… Από το σπίτι μου περνάνε πολλοί…
- Εμ, πως! Δεν είναι σπίτι αυτό, της είπε η θεια.
- Κάρναξε, σε είπα, της είπε η γιαγιά στραβοκοιτώντας την.
- Δεν πειράζει κόνα Φώτο. Δεν πειράζει. Απλά να… Σφαγές ετοιμάζονται στη Σμύρνη. Να πάρετε την κόρη σας και το Μαράκι και να φύγετε κι χλώμιασε η δόλια. Και τώρα με συγχωρείτε, πρέπει να φύγω.
- Μα κάτσε κοκόνα μου, ούτε που σε φιλέψαμε κάτι.
- Δεν πειράζει πειράζει κόνα Φώτο. Με φιλέψατε την αξιώση σας. Λιγο το έχετε αυτό; Αντίο Μαράκι, με είπε και μου χαϊδεψε το μάγουλο. Τα πορτοκάλια να θυμάσαι, με ορμήνεψε και ήταν η τελευταία φορά που την είδα.

Μήνες αργότερα έγινε η σφαγή. Το φευγελιό μας ετοιμάζαμε στη φτωχομάνα Θεσσαλονίκη μα δεν προκάμαμε. Σχωρέθηκε η γιαγιά μου και μας προλάβανε οι Τούρκοι.

Σαν έφερε τη μάνα σου ο πατέρας σου μια κουβέντα του είπα μόνο. «Δε με νοιάζει από που την έφερες, εγώ Ελευθερία θα τηνέ φωνάζω. Τόσο άνοιξε η ψυχή μου σα την είδα. Να την αγαπάς γιαβρί μου τη μάνα σου. Και σα ΄ρθει η ώρα, να τηνε σχωρέσεις.»


Κι εγώ κάθομαι και κοιτάζω το άοσμο πορτοκάλι κι αναλογίζομαι το  πόσο γέρος αισθάνομαι κι αν ήρθε η ώρα να τη σχωρέσω τη μάνα μου.

Κυριακή, 30 Ιουλίου 2017

Κιεφτέδες με Δυόσμο

    
«Τρέχα! Τη χάνουμε τη γιαγιά!», μου ‘πε η μάνα μου κι έκλεισα το τηλέφωνο, δεν είχαμε κινητά ακόμα τότε να μας βρίσκουν ανά πάσα ώρα και στιγμή και υπάρχουν στιγμές που την αναπολώ εκείνη την εποχή. Τα πρώτα ραντεβού, όπου περίμενες υπομονετικά, δίχως την ανυπομονησία των κλήσεων, μα μονάχα με την προσμονή να δεις εκείνον τον άνθρωπο που έκανε την καρδιά σου να χτυπά, όπως και τις κλήσεις στους θαλάμους, μη και ακούσουν οι δικοί σου τα πρώτα λόγια αγάπης που τόλμαγες να ξεστομίσεις μέσα στην αφέλεια της πρώτης νιότης, πρώτα με τα κέρματα κι αργότερα με τις τηλεκάρτες που συλλέγαμε και  γράφαμε με μαρκαδόρο πάνω τους τις ημερομηνίες χρήσης.

Το ταξί με άφησε κάτω από το σπίτι που έμενε η γιαγιά και σα απάντηση στο κουδούνι, πρόβαλλε το κεφάλι της θειάς της Κατίνας, η μικρή αδελφή της γιαγιάς που προφανώς είχε για μουσαφίρισσα. «Να μην τα εμπιστεύεσαι αυτά τα «θυροτηλέφωνα», θυμάμαι τη γιαγιά που με ορμήνευε σα ήμουν μικρός. «Η φωνή ξεγελά τα αυτιά γιατί τα μελώνει άμα θέλει. Τα μάτια σου και την ψυχή σου να εμπιστεύεσαι!», μου ‘λεγε κι ακόμα και τώρα, όποτε χτυπά κανείς την πόρτα, πρώτα θα του απαντήσω από το μπαλκόνι κι έπειτα θα του ανοίξω. Να ευφρανθεί πρώτα η καρδιά μου με το αντάμωμα, να δω με τα μάτια την ψυχή του μουσαφίρη για να αποφανθώ το καλωσόρισμα ή όχι. Ανέβηκα τρέχοντας τις σκάλες και με υποδέχτηκε η θειά μου  στην πόρτα κι ως έμαθα από μικρός, τη χαιρέτισα με ένα φιλί στο μάγουλο, τα πολλά ευτελίζουν την αξία του διαπίστωσα. Η γιαγιά ξαπλωμένη στο ντιβάνι του σαλονιού, χλωμή, άσπρη, δεν την είχα ξαναδεί την κυρά Μαρία έτσι, τόσο που πείστηκα πως όντως την χάναμε τη γιαγιά.

«Αγόρι μου!», με προσκάλεσε κι αντί να χωθώ εγώ στην αγκαλιά της όπως συνήθιζα, την έχωσα στη δική μου αγκαλιά φιλώντας την στο δεξί μάγουλο, στο αριστερό είναι του Ιούδα, μου ‘λεγε από μικρός κι ακόμα την έχω τούτη τη συνήθεια. Τότε κατάλαβα πως εγώ μεγάλωσα κι εκείνη, πως με μεγάλωσε σωστά. «Ολόκληρος άντρας έγινες!», μου ‘πε κι να που μου ‘σκασε   ένα χαμόγελο, αμβλύνοντας τις ρυτίδες του προσώπου της. Κάθισα δίπλα της στο ντιβάνι χαϊδεύοντάς της το χέρι κι έστρεψα το πρόσωπό μου στην τηλεόραση που είχε ως συνήθεια να κρατά ανοιχτή, για να μην δει το δάκρυσμα των ματιών μου στη σκέψη πως την έχανα. Την κούραζε πια το διάβασμα κι σε αντίθεση με άλλες της ηλικίας της, αντί να διαβάζει το Ευαγγέλιο, εκείνη προτιμούσε να διαβάζει μυθιστορήματα Ελλήνων και ξένων συγγραφέων. «Τι να το κάνω το Ευαγγέλιο γιαβρί μου;», μου ΄πε όταν την ρώτησα μικρός γιατί δεν είχε δίπλα στο κομοδίνο της ένα, όπως όλες οι άλλες γιαγιάδες των φίλων μου. «Τι ενδιαφέρον έχουν τα ανομήματα των ανθρώπων; Ευαγγέλιο είναι ό,τι κάνει την ψυχή σου να ευφραίνεται κι ό,τι κάνει τους ανθρώπους που συναντάς στη ζωή σου να χαμογελούν. Αυτά να έχεις σα Ευαγγέλιο!» κι είχε δίκιο η κυρά Μαρία.

Ήταν ακόμα η χρυσή εποχή της ιδιωτικής τηλεόρασης και το κανάλι είχε σε απευθείας μετάδοση τη συναυλία προς τιμήν του Μπιθικώτση, με συμμετοχή μεγάλων Ελλήνων καλλιτεχνών, όπως και του ίδιου του του γιού. Τη στιγμή που  τον κάλεσαν οι καλλιτέχνες στη σκηνή να τραγουδήσει κι εκείνος έκανε παραγγελιά το τραγούδι «Του Βοτανικού ο Μάγκας», σε Φα μινόρε και σα συγχρονίστηκαν οι μουσικοί κι άρχισε ο Μπιθικώτσης να τραγουδά, να σου πετάει η κυρά Μαρία τα σκεπάσματα και ξυπόλυτη σηκώνεται κι αρχίζει να χορεύει το δικό της ζεϊμπέκικο. «Δεν έχω τίποτα βρε εγώ! Κι αν είναι να πεθάνω απόψε, έτσι όρθια να πεθάνω!», φώναξε κι άρχισε να τραγουδά: «Του Βοτανικού ο Μάγκας, το καλύτερο παιδί, στα μπουζούκια στις ταβέρνες κανείς δεν θα τον δει…»  Σηκώθηκα τότε κι εγώ, γονάτισα μπροστά της κι άρχισα να της βαράω παλαμάκια, παρασύροντας και την θεία την Κατίνα.

Ιεροσυλία λένε να χορεύει μια γυναίκα ζεϊμπέκικο, μα το ζεϊμπέκικο της γιαγιάς μου εκείνη τη μέρα, ήταν ό,τι πιο «αντρικό» έχω δει στη ζωή μου. «Μάγκες δεν υπάρχουν πια.», μου ‘πε μια μέρα που  γύρισα από το σχολείο κλαίγοντας από τα πειράγματα των άλλων συμμαθητών λόγω της διαφορετικότητάς μου, οι μάγκες του σχολείου που λέγαμε. «Η μαγκιά όμως υπάρχει γιαβρί μου και είναι μέσα μας, συνέχιζε να λέει. Να σηκώνεσαι κάθε φορά που πέφτεις, να χαμογελάς κάθε φορά που κλαις και να αγαπάς κάθε φορά που πονάς. Αυτό είναι μαγκιά τζιέρι μου», μου ΄λεγε και μου χάιδευε τρυφερά το κεφάλι δίνοντάς μου ένα από εκείνα τα φιλιά που μόνο εκείνη μπορούσε να μου δώσει.

 «Έλα, πάμε να φάμε τώρα. Ορέχτηκα κιεφτέδες με πατάτες τηγανιτές σήμερις. Να δούμε και τι κιμά έστειλε αυτή τη φορά ο Θεόφιλος. Ου κι αλίμονό του αν έβαλε περισσότερο ξίγκι! Έστειλα κι εγώ τη Σταυρούλα η χαζή. Τι την εμπιστεύτηκα; Μα έκλεινε ο Θεόφιλος μέχρι να έρθεις και πήγαινε κι εκείνη να πάρει τον δικό της κιμά. Αϊ - αϊ! «Κυρά Μαρία πάω στο Θεόφιλο θέλεις τίποτις;», με ρώτησε. Και σα της είπα πως μου μύρισε κιεφτέδες για σήμερα, «Α! κι εγώ κεφτεδάκια θα κάνω! Αλλά με ντομάτα, έτσι όπως τους κάνουν στην Κρήτη.», με είπε. Είχα κι εγώ μια ζοχάδα πώς τους κάνουν στην Κρήτη. Σουτζουκάκια δηλαδή θα κάνεις, έτσι  τους λέμε εμείς τους κιεφτέδες με ντομάτα,. Όοοχι κεφτέδες με λέει, αλλά τι ξέρει; Κρητικιά είναι, τι περιμενεις; Να δεις που κράτησε για κείνην τον καλό τον κιμά και μένα με ‘δωκε τον δικόν της. Θα άλλαξε και το κρεατόχαρτο, νομίζοντας πως δε θα το πάρω χαμπάρι. Να δω πως θα μυρίζουν οι δικοί της κιεφτέδες σήμερα! Τις προάλλες της καήκαν και βρώμισε ούλη η γειτονιά ταγγισμένο λάδι. Βγήκε η Κούλα από το παραθύρι της και τη ρώταγε αν μυρίζει έτσι το Κρητικό το λάδι! Και να πω πως της σώθηκε. Με τους τενεκέδες τους στέλνει η μάνα της από τα Χανιά με το βαπόρι και σε μας, μας έδινε το περσινό. Εμ, δε. Την τελευταία φορά σα με ‘πε να με δώκει ένα τενεκέ, τσι είπα. Όυχι!! Θα πάρω της Κούλας που είναι Μυτιληνιό και δεν ταγγίζει! Να δεις πως πέσαν τα μούτρα της!», και γέλαγε η κυρά Μαρία κι εγώ μαζί της, γιατί δεν την χώνευα τη Σταυρούλα. Πρακτορείο Ρόιτερ την φώναζε η γιαγιά και εκείνη ήταν που έλεγε στον πατέρα μου ό,τι έκανα κι δεν έκανα και μ’ έδερνε. Δικαίωμα στη γειτονιά δεν ήθελε εκείνος κι έτσι διαφέντευε τις ζωές όλων  η Σταυρούλα, η μοδίστρα. Με κουτσομπολιό κι λαχτάρες. Της χρωστάω όμως της καψερής. Αυτή μου έμαθε εν τέλει να ζω όπως εγώ ορίζω και να μην δίνω σημασία στη γνώμη των άλλων μα μονάχα των αγαπημένων.

«Ο κιεφτές θέλει κιμά ανάμικτο. Τρία τέταρτα σπάλα κι ένα τέταρτο χοιρινό μπούτι. Να έχει λίπος, μα όχι πολύ, για να λιγδώσει τ’ άντερο. Αλλιώς δεν έχει νοστιμάδα. Στην μια οκά, βάνε ένα καπάκι μηλόξιδο. Δεν μυρίζει βρε ξινίλα το μηλόξιδο και ζύμωνέ τον καλά μέχρι να ασπρίσει σε γυάλινη γαβάθα κι ούχι πλαστική λεκάνη. Κρατά βρε τη θερμοκρασία κι δεν λιγδώνει. Σα τονε ζυμώσεις κράτα τον ,στο ψυγείο για μια ώρα. Μαλακώνει μπρε το κρέας το ξύδι και τους κάνει πιο αφράτους. Καθάρισε τώρα δυο κρόμμια λευκά κι ψιλούκοψέ τα μαζί με δυο σκελίδες σκόρδο. Να μη τα φοβάσαι τούτα γιατί είναι υγεία. Φαγί δίχως κρεμμύδι και σκόρδο δεν είναι φαϊ! Και μην τα τρίψεις στον τρίφτη! Χάνουν ούλη τη νοστιμάδα τους. Ψιλόκομμα θέλουν με ακονισμένο μαχαίρι να μη χάσουν τη σπιρτάδα τους. Κι αν σε ενοχλεί στα μάτια το κρεμμύδι, βάνε τα για μια ώρα σε κρύο νερό με πάγο πρου τα κόψεις. Εμένα νε δε με ενοχλούν. Καθαρίζουν τα μάτια τα κρεμμύδια όπως κάνει καλό στας φλεγμωνές. Η μάνα μου με ‘λεγε στα καψίματα και κοψίματα άπλωνε μια φέτα κρεμμύδι κι είχε δίκιο. Τώρα πάνε κόψε με λίγα φύλλα δυόσμο από τον μπαξέ. Να τα κορφολογήσεις, ε! Έτσι φουντώνει μπρε πάλι ο δυόσμος και είναι και πιο γλυκά τα πάνου φύλλα. Κι ύστερα να θυμηθείς να τα σκονίσεις με λίγη σόδα, να μην πιάνουν σκνίπα.

Τον δυόσμο να τονε κόβεις στο χέρι, ούχι σα την λεγάμενη του θειού σου που τα περνάει ούλα από το μηχάνημα. Πώς το λέει; Μπλούντρερ; Ούλα μαζί τα βάζει η αχαϊρευτη κι ετόλμησε κι μου ‘φερε ένα δώρο. Να μην κουράζομαι με λέει! Μα κούραση είναι μπρε το να μαγειρεύεις; Μεράκι είναι κι αγάπη! Αν κουράζεσαι να μαγουρέψεις, βαϊ-βαϊ! Φαγί δεν κάνεις! Άκου με τώρα! Σα τα έχεις ούλα έτοιμα, βγάνε το γυαλί από το ψυγείο και ρίξε τα ούλα μέσα. Ζύμωσε με το χέρι κι ούχι με το μίξερ που κάνει η Σταυρούλα. Το τσι-τσι πρέπει να το νιώθεις! Να νιώθεις μπρε πως αλλάζει χρώμα, θερμοκρασία και θα σε λέει εκείνο τι θέλει. Σα το σικίσι μπρε! Πας τα βάνεις ούλα μέσα και τι καταλαβαίνεις; Σε λέει μπρε το μηχάνημα πόσο αλάτι, πόση ζάχαρη; Αλίμονό μας αν το κάνουν. Θα ξεμάθουμε να μαγειρεύουμε  και να αγαπάμε! Τι άλλο θέλει; Α! Αυγά! Δυο κρόκους κι ένα ολόκληρο. Έχει τ’ ασπράδι βρε τζιέρι μου πολύ νερό  και νερουλιάζει τον κιμά. Ζύμωνέ τα τώρα ούλα με το χέρι που ‘παμε και δοκίμασέ τονε. Τι σιχιένεσαι το ωμό κρέας; Βρε κι εμείς τι είμαστε; Έχει τραβήξει ο κιμάς το αλάτι από το χέρι σου γι’ αυτόνε πρέπει να τονε δοκιμάσεις. Ρίξε έπειτα αλάτι χοντροκουμμένο στο μύλο κι ούχι ψιλό. Ξεγελά  μπρε στην πιασιά! Τώρα βάνε μια πρέζα ζάχαρη, μη τηνε φοβάσαι σα είναι σε μέτρο. Θέλει κι εκείνη τη δόση της, μα σα το παρακάνεις ξελιγώνει. Μαλακώνει βρε γιαβρί μου το κρέας, σα την αγάπη ένα πράμα που μαλακώνει και τον πιο στιφό άνθρωπο.

Βάνε τώρα το μουσκεμένο μπαγιάτικο ψωμί. Πρέπει να είναι ξερό το ψωμί κι ούχι φρέσκο. Σα τα νιάτα ένα πράμα! Το φρέσκο δεν έχει σοφία κι ούλα τα  νερουλιάζει, μα το μπαγιάτικο την έχασε εκείνη την υγρασία κι έπαρση. Αν δεν έχεις ψωμί, βάνε παξιμάδι μα όχι σικάλεως ή με γλυκάνισο. Με κριθάρι να είναι, να αφρατέψει ο κιμάς, μα να μην γίνει ψωμωμένος. Να γεύεσαι μπρε το κρέας κι ούχι ψωμί. Σα την ειλικρίνεια ένα πράμα κι ούχι σα τις κοινωνικές αγάπες που κάνει η Σταυρούλα. Εκείνη μια σε χαμογελά κι από την άλλη στάζει δηλητήριο. Για το τέλος μπαίνει το λάδι. Καλό ελαιόλαδο, πρώτης ποιότητας να βάζεις και μην το τσιγκουνεύεσαι το λάδι. Το ζητά ο κιεφτές και θα σου πει μέχρι πόσο. Θα το δεις που δεν κολλά πια στο χέρι και θα γυαλίζει τορνό-τορνό.  Βαϊ- βαϊ! Τώρα βάνε τον κιμά στο ψυγείο για την επαυριανή, μα σα βιάζεσαι κι έχεις μουσαφίρι, κλείστονα για τρεις ώρες σε πλαστική σακούλα να ξεκουραστεί. Με ελαιόλαδο να τους τηγανίζεις τους κιεφτέδες και πρέπει το λάδι είπαμε να είναι φρέσκο. Μα λίγο προ τους τηγανίσεις, βάνε βρε γιαβρί λίγο ούζο. Στην οκά ένα καπάκι. Να μαλακώσει μπρε το κρέας κι ένα σφηνάκι πιε τονε να ευφράνει η δική σου καρδιά. Μια κουταλιά να είναι ο κιεφτές, μα μην τους κάνεις  στρογγυλούς.

 Πατημένοι να είναι, να γυρνούνται από την άλλη με το κουτάλι με τη μία, αλλιώς κιεφτές δεν είναι. Σα τον άνθρωπο να είναι. Να μπορεί να αλλάζει γνώμη, να παραδέχεται τα σφάλματά του και να μην είναι σα το Μανωλιό, που ‘βαλε το σκούφο του αλλιώς. Κι σα έχεις κάμποσους κιμάδες να μην το λυπάσαι το λάδι. Άλλαζέ το συχνά σε κάθε τρίτο τηγάνισμα, γιατί κι τούτο σα την υπομονή, έχει την ανοχή του. Στέγνωνε μετά τους κιοφτέδες από το λάδι, σα τα περίσσια λόγια, να κρατάς μπρε μοναχά όσα αρμόζουν, μα τα πολλά να τα διώχνεις. Στην αρχή έχουν νοστιμάδα μα σα πλαγιάσεις αναγούλα σε φέρνουν! Πατάτες τηγανιτές με κεφαλοτύρι σε ορμηνεύω να τους σερβίρεις και μια ντοματοσαλάτα. Αυτά κι ο μουσαφίρης θα ξέρει τι καλωσόρισμα του καμες.»

Και περάσανε χρόνια από κείνη τη μέρα που φτιάξαμε μαζί τους κεφτέδες ως τη μέρα που χόρεψε το ζεϊμπέκικό της η κυρά Μαρία. Έφτασε το ασθενοφόρο, ο θείος κι οι δικοί μου κι εγώ με τη γιαγιά μαγειρεύαμε  ξανά κιεφτέδες με δυόσμο και τηγανιτές πατάτες στην κουζίνα. «Να προσέχετε την πίεση και την χοληστερίνη σας» είπε το πρώτων βοηθειών και η γιαγιά μου τους είπε: «Μα να μην μείνετε για λίγους κιεφτέδες; Τόσο κόπο κάνατε! Αμαρτία από το Θεό τόσους που θα ξεμείνουν!», και μείνανε όπως και το ασθενοφόρο κάτω από το σπίτι κι έβαλα κι εγώ από τις κασέτες του παππού τον Μπιθικώτση.

Είναι κάτι μέρες που θλίβομαι μωρέ, θύμα των στοιχειών της νιότης μου, μα σα μπαίνω στην κουζίνα και μαδώ τον δυόσμο για κεφτέδες, αγαλλιάζει η ψυχή κι ο νους μου. Σα έχω και πολλά σεκλέτια, βάζω κι έναν Μπιθικώτση να τραγουδά « του Βοτανικού ο Μάγκας» και χαμογελώ, γιατί μαγκιά είναι να σηκώνεσαι όταν πέφτεις.