Κυριακή, 30 Ιουλίου 2017

Κιεφτέδες με Δυόσμο

    
«Τρέχα! Τη χάνουμε τη γιαγιά!», μου ‘πε η μάνα μου κι έκλεισα το τηλέφωνο, δεν είχαμε κινητά ακόμα τότε να μας βρίσκουν ανά πάσα ώρα και στιγμή και υπάρχουν στιγμές που την αναπολώ εκείνη την εποχή. Τα πρώτα ραντεβού, όπου περίμενες υπομονετικά, δίχως την ανυπομονησία των κλήσεων, μα μονάχα με την προσμονή να δεις εκείνον τον άνθρωπο που έκανε την καρδιά σου να χτυπά, όπως και τις κλήσεις στους θαλάμους, μη και ακούσουν οι δικοί σου τα πρώτα λόγια αγάπης που τόλμαγες να ξεστομίσεις μέσα στην αφέλεια της πρώτης νιότης, πρώτα με τα κέρματα κι αργότερα με τις τηλεκάρτες που συλλέγαμε και  γράφαμε με μαρκαδόρο πάνω τους τις ημερομηνίες χρήσης.

Το ταξί με άφησε κάτω από το σπίτι που έμενε η γιαγιά και σα απάντηση στο κουδούνι, πρόβαλλε το κεφάλι της θειάς της Κατίνας, η μικρή αδελφή της γιαγιάς που προφανώς είχε για μουσαφίρισσα. «Να μην τα εμπιστεύεσαι αυτά τα «θυροτηλέφωνα», θυμάμαι τη γιαγιά που με ορμήνευε σα ήμουν μικρός. «Η φωνή ξεγελά τα αυτιά γιατί τα μελώνει άμα θέλει. Τα μάτια σου και την ψυχή σου να εμπιστεύεσαι!», μου ‘λεγε κι ακόμα και τώρα, όποτε χτυπά κανείς την πόρτα, πρώτα θα του απαντήσω από το μπαλκόνι κι έπειτα θα του ανοίξω. Να ευφρανθεί πρώτα η καρδιά μου με το αντάμωμα, να δω με τα μάτια την ψυχή του μουσαφίρη για να αποφανθώ το καλωσόρισμα ή όχι. Ανέβηκα τρέχοντας τις σκάλες και με υποδέχτηκε η θειά μου  στην πόρτα κι ως έμαθα από μικρός, τη χαιρέτισα με ένα φιλί στο μάγουλο, τα πολλά ευτελίζουν την αξία του διαπίστωσα. Η γιαγιά ξαπλωμένη στο ντιβάνι του σαλονιού, χλωμή, άσπρη, δεν την είχα ξαναδεί την κυρά Μαρία έτσι, τόσο που πείστηκα πως όντως την χάναμε τη γιαγιά.

«Αγόρι μου!», με προσκάλεσε κι αντί να χωθώ εγώ στην αγκαλιά της όπως συνήθιζα, την έχωσα στη δική μου αγκαλιά φιλώντας την στο δεξί μάγουλο, στο αριστερό είναι του Ιούδα, μου ‘λεγε από μικρός κι ακόμα την έχω τούτη τη συνήθεια. Τότε κατάλαβα πως εγώ μεγάλωσα κι εκείνη, πως με μεγάλωσε σωστά. «Ολόκληρος άντρας έγινες!», μου ‘πε κι να που μου ‘σκασε   ένα χαμόγελο, αμβλύνοντας τις ρυτίδες του προσώπου της. Κάθισα δίπλα της στο ντιβάνι χαϊδεύοντάς της το χέρι κι έστρεψα το πρόσωπό μου στην τηλεόραση που είχε ως συνήθεια να κρατά ανοιχτή, για να μην δει το δάκρυσμα των ματιών μου στη σκέψη πως την έχανα. Την κούραζε πια το διάβασμα κι σε αντίθεση με άλλες της ηλικίας της, αντί να διαβάζει το Ευαγγέλιο, εκείνη προτιμούσε να διαβάζει μυθιστορήματα Ελλήνων και ξένων συγγραφέων. «Τι να το κάνω το Ευαγγέλιο γιαβρί μου;», μου ΄πε όταν την ρώτησα μικρός γιατί δεν είχε δίπλα στο κομοδίνο της ένα, όπως όλες οι άλλες γιαγιάδες των φίλων μου. «Τι ενδιαφέρον έχουν τα ανομήματα των ανθρώπων; Ευαγγέλιο είναι ό,τι κάνει την ψυχή σου να ευφραίνεται κι ό,τι κάνει τους ανθρώπους που συναντάς στη ζωή σου να χαμογελούν. Αυτά να έχεις σα Ευαγγέλιο!» κι είχε δίκιο η κυρά Μαρία.

Ήταν ακόμα η χρυσή εποχή της ιδιωτικής τηλεόρασης και το κανάλι είχε σε απευθείας μετάδοση τη συναυλία προς τιμήν του Μπιθικώτση, με συμμετοχή μεγάλων Ελλήνων καλλιτεχνών, όπως και του ίδιου του του γιού. Τη στιγμή που  τον κάλεσαν οι καλλιτέχνες στη σκηνή να τραγουδήσει κι εκείνος έκανε παραγγελιά το τραγούδι «Του Βοτανικού ο Μάγκας», σε Φα μινόρε και σα συγχρονίστηκαν οι μουσικοί κι άρχισε ο Μπιθικώτσης να τραγουδά, να σου πετάει η κυρά Μαρία τα σκεπάσματα και ξυπόλυτη σηκώνεται κι αρχίζει να χορεύει το δικό της ζεϊμπέκικο. «Δεν έχω τίποτα βρε εγώ! Κι αν είναι να πεθάνω απόψε, έτσι όρθια να πεθάνω!», φώναξε κι άρχισε να τραγουδά: «Του Βοτανικού ο Μάγκας, το καλύτερο παιδί, στα μπουζούκια στις ταβέρνες κανείς δεν θα τον δει…»  Σηκώθηκα τότε κι εγώ, γονάτισα μπροστά της κι άρχισα να της βαράω παλαμάκια, παρασύροντας και την θεία την Κατίνα.

Ιεροσυλία λένε να χορεύει μια γυναίκα ζεϊμπέκικο, μα το ζεϊμπέκικο της γιαγιάς μου εκείνη τη μέρα, ήταν ό,τι πιο «αντρικό» έχω δει στη ζωή μου. «Μάγκες δεν υπάρχουν πια.», μου ‘πε μια μέρα που  γύρισα από το σχολείο κλαίγοντας από τα πειράγματα των άλλων συμμαθητών λόγω της διαφορετικότητάς μου, οι μάγκες του σχολείου που λέγαμε. «Η μαγκιά όμως υπάρχει γιαβρί μου και είναι μέσα μας, συνέχιζε να λέει. Να σηκώνεσαι κάθε φορά που πέφτεις, να χαμογελάς κάθε φορά που κλαις και να αγαπάς κάθε φορά που πονάς. Αυτό είναι μαγκιά τζιέρι μου», μου ΄λεγε και μου χάιδευε τρυφερά το κεφάλι δίνοντάς μου ένα από εκείνα τα φιλιά που μόνο εκείνη μπορούσε να μου δώσει.

 «Έλα, πάμε να φάμε τώρα. Ορέχτηκα κιεφτέδες με πατάτες τηγανιτές σήμερις. Να δούμε και τι κιμά έστειλε αυτή τη φορά ο Θεόφιλος. Ου κι αλίμονό του αν έβαλε περισσότερο ξίγκι! Έστειλα κι εγώ τη Σταυρούλα η χαζή. Τι την εμπιστεύτηκα; Μα έκλεινε ο Θεόφιλος μέχρι να έρθεις και πήγαινε κι εκείνη να πάρει τον δικό της κιμά. Αϊ - αϊ! «Κυρά Μαρία πάω στο Θεόφιλο θέλεις τίποτις;», με ρώτησε. Και σα της είπα πως μου μύρισε κιεφτέδες για σήμερα, «Α! κι εγώ κεφτεδάκια θα κάνω! Αλλά με ντομάτα, έτσι όπως τους κάνουν στην Κρήτη.», με είπε. Είχα κι εγώ μια ζοχάδα πώς τους κάνουν στην Κρήτη. Σουτζουκάκια δηλαδή θα κάνεις, έτσι  τους λέμε εμείς τους κιεφτέδες με ντομάτα,. Όοοχι κεφτέδες με λέει, αλλά τι ξέρει; Κρητικιά είναι, τι περιμενεις; Να δεις που κράτησε για κείνην τον καλό τον κιμά και μένα με ‘δωκε τον δικόν της. Θα άλλαξε και το κρεατόχαρτο, νομίζοντας πως δε θα το πάρω χαμπάρι. Να δω πως θα μυρίζουν οι δικοί της κιεφτέδες σήμερα! Τις προάλλες της καήκαν και βρώμισε ούλη η γειτονιά ταγγισμένο λάδι. Βγήκε η Κούλα από το παραθύρι της και τη ρώταγε αν μυρίζει έτσι το Κρητικό το λάδι! Και να πω πως της σώθηκε. Με τους τενεκέδες τους στέλνει η μάνα της από τα Χανιά με το βαπόρι και σε μας, μας έδινε το περσινό. Εμ, δε. Την τελευταία φορά σα με ‘πε να με δώκει ένα τενεκέ, τσι είπα. Όυχι!! Θα πάρω της Κούλας που είναι Μυτιληνιό και δεν ταγγίζει! Να δεις πως πέσαν τα μούτρα της!», και γέλαγε η κυρά Μαρία κι εγώ μαζί της, γιατί δεν την χώνευα τη Σταυρούλα. Πρακτορείο Ρόιτερ την φώναζε η γιαγιά και εκείνη ήταν που έλεγε στον πατέρα μου ό,τι έκανα κι δεν έκανα και μ’ έδερνε. Δικαίωμα στη γειτονιά δεν ήθελε εκείνος κι έτσι διαφέντευε τις ζωές όλων  η Σταυρούλα, η μοδίστρα. Με κουτσομπολιό κι λαχτάρες. Της χρωστάω όμως της καψερής. Αυτή μου έμαθε εν τέλει να ζω όπως εγώ ορίζω και να μην δίνω σημασία στη γνώμη των άλλων μα μονάχα των αγαπημένων.

«Ο κιεφτές θέλει κιμά ανάμικτο. Τρία τέταρτα σπάλα κι ένα τέταρτο χοιρινό μπούτι. Να έχει λίπος, μα όχι πολύ, για να λιγδώσει τ’ άντερο. Αλλιώς δεν έχει νοστιμάδα. Στην μια οκά, βάνε ένα καπάκι μηλόξιδο. Δεν μυρίζει βρε ξινίλα το μηλόξιδο και ζύμωνέ τον καλά μέχρι να ασπρίσει σε γυάλινη γαβάθα κι ούχι πλαστική λεκάνη. Κρατά βρε τη θερμοκρασία κι δεν λιγδώνει. Σα τονε ζυμώσεις κράτα τον ,στο ψυγείο για μια ώρα. Μαλακώνει μπρε το κρέας το ξύδι και τους κάνει πιο αφράτους. Καθάρισε τώρα δυο κρόμμια λευκά κι ψιλούκοψέ τα μαζί με δυο σκελίδες σκόρδο. Να μη τα φοβάσαι τούτα γιατί είναι υγεία. Φαγί δίχως κρεμμύδι και σκόρδο δεν είναι φαϊ! Και μην τα τρίψεις στον τρίφτη! Χάνουν ούλη τη νοστιμάδα τους. Ψιλόκομμα θέλουν με ακονισμένο μαχαίρι να μη χάσουν τη σπιρτάδα τους. Κι αν σε ενοχλεί στα μάτια το κρεμμύδι, βάνε τα για μια ώρα σε κρύο νερό με πάγο πρου τα κόψεις. Εμένα νε δε με ενοχλούν. Καθαρίζουν τα μάτια τα κρεμμύδια όπως κάνει καλό στας φλεγμωνές. Η μάνα μου με ‘λεγε στα καψίματα και κοψίματα άπλωνε μια φέτα κρεμμύδι κι είχε δίκιο. Τώρα πάνε κόψε με λίγα φύλλα δυόσμο από τον μπαξέ. Να τα κορφολογήσεις, ε! Έτσι φουντώνει μπρε πάλι ο δυόσμος και είναι και πιο γλυκά τα πάνου φύλλα. Κι ύστερα να θυμηθείς να τα σκονίσεις με λίγη σόδα, να μην πιάνουν σκνίπα.

Τον δυόσμο να τονε κόβεις στο χέρι, ούχι σα την λεγάμενη του θειού σου που τα περνάει ούλα από το μηχάνημα. Πώς το λέει; Μπλούντρερ; Ούλα μαζί τα βάζει η αχαϊρευτη κι ετόλμησε κι μου ‘φερε ένα δώρο. Να μην κουράζομαι με λέει! Μα κούραση είναι μπρε το να μαγειρεύεις; Μεράκι είναι κι αγάπη! Αν κουράζεσαι να μαγουρέψεις, βαϊ-βαϊ! Φαγί δεν κάνεις! Άκου με τώρα! Σα τα έχεις ούλα έτοιμα, βγάνε το γυαλί από το ψυγείο και ρίξε τα ούλα μέσα. Ζύμωσε με το χέρι κι ούχι με το μίξερ που κάνει η Σταυρούλα. Το τσι-τσι πρέπει να το νιώθεις! Να νιώθεις μπρε πως αλλάζει χρώμα, θερμοκρασία και θα σε λέει εκείνο τι θέλει. Σα το σικίσι μπρε! Πας τα βάνεις ούλα μέσα και τι καταλαβαίνεις; Σε λέει μπρε το μηχάνημα πόσο αλάτι, πόση ζάχαρη; Αλίμονό μας αν το κάνουν. Θα ξεμάθουμε να μαγειρεύουμε  και να αγαπάμε! Τι άλλο θέλει; Α! Αυγά! Δυο κρόκους κι ένα ολόκληρο. Έχει τ’ ασπράδι βρε τζιέρι μου πολύ νερό  και νερουλιάζει τον κιμά. Ζύμωνέ τα τώρα ούλα με το χέρι που ‘παμε και δοκίμασέ τονε. Τι σιχιένεσαι το ωμό κρέας; Βρε κι εμείς τι είμαστε; Έχει τραβήξει ο κιμάς το αλάτι από το χέρι σου γι’ αυτόνε πρέπει να τονε δοκιμάσεις. Ρίξε έπειτα αλάτι χοντροκουμμένο στο μύλο κι ούχι ψιλό. Ξεγελά  μπρε στην πιασιά! Τώρα βάνε μια πρέζα ζάχαρη, μη τηνε φοβάσαι σα είναι σε μέτρο. Θέλει κι εκείνη τη δόση της, μα σα το παρακάνεις ξελιγώνει. Μαλακώνει βρε γιαβρί μου το κρέας, σα την αγάπη ένα πράμα που μαλακώνει και τον πιο στιφό άνθρωπο.

Βάνε τώρα το μουσκεμένο μπαγιάτικο ψωμί. Πρέπει να είναι ξερό το ψωμί κι ούχι φρέσκο. Σα τα νιάτα ένα πράμα! Το φρέσκο δεν έχει σοφία κι ούλα τα  νερουλιάζει, μα το μπαγιάτικο την έχασε εκείνη την υγρασία κι έπαρση. Αν δεν έχεις ψωμί, βάνε παξιμάδι μα όχι σικάλεως ή με γλυκάνισο. Με κριθάρι να είναι, να αφρατέψει ο κιμάς, μα να μην γίνει ψωμωμένος. Να γεύεσαι μπρε το κρέας κι ούχι ψωμί. Σα την ειλικρίνεια ένα πράμα κι ούχι σα τις κοινωνικές αγάπες που κάνει η Σταυρούλα. Εκείνη μια σε χαμογελά κι από την άλλη στάζει δηλητήριο. Για το τέλος μπαίνει το λάδι. Καλό ελαιόλαδο, πρώτης ποιότητας να βάζεις και μην το τσιγκουνεύεσαι το λάδι. Το ζητά ο κιεφτές και θα σου πει μέχρι πόσο. Θα το δεις που δεν κολλά πια στο χέρι και θα γυαλίζει τορνό-τορνό.  Βαϊ- βαϊ! Τώρα βάνε τον κιμά στο ψυγείο για την επαυριανή, μα σα βιάζεσαι κι έχεις μουσαφίρι, κλείστονα για τρεις ώρες σε πλαστική σακούλα να ξεκουραστεί. Με ελαιόλαδο να τους τηγανίζεις τους κιεφτέδες και πρέπει το λάδι είπαμε να είναι φρέσκο. Μα λίγο προ τους τηγανίσεις, βάνε βρε γιαβρί λίγο ούζο. Στην οκά ένα καπάκι. Να μαλακώσει μπρε το κρέας κι ένα σφηνάκι πιε τονε να ευφράνει η δική σου καρδιά. Μια κουταλιά να είναι ο κιεφτές, μα μην τους κάνεις  στρογγυλούς.

 Πατημένοι να είναι, να γυρνούνται από την άλλη με το κουτάλι με τη μία, αλλιώς κιεφτές δεν είναι. Σα τον άνθρωπο να είναι. Να μπορεί να αλλάζει γνώμη, να παραδέχεται τα σφάλματά του και να μην είναι σα το Μανωλιό, που ‘βαλε το σκούφο του αλλιώς. Κι σα έχεις κάμποσους κιμάδες να μην το λυπάσαι το λάδι. Άλλαζέ το συχνά σε κάθε τρίτο τηγάνισμα, γιατί κι τούτο σα την υπομονή, έχει την ανοχή του. Στέγνωνε μετά τους κιοφτέδες από το λάδι, σα τα περίσσια λόγια, να κρατάς μπρε μοναχά όσα αρμόζουν, μα τα πολλά να τα διώχνεις. Στην αρχή έχουν νοστιμάδα μα σα πλαγιάσεις αναγούλα σε φέρνουν! Πατάτες τηγανιτές με κεφαλοτύρι σε ορμηνεύω να τους σερβίρεις και μια ντοματοσαλάτα. Αυτά κι ο μουσαφίρης θα ξέρει τι καλωσόρισμα του καμες.»

Και περάσανε χρόνια από κείνη τη μέρα που φτιάξαμε μαζί τους κεφτέδες ως τη μέρα που χόρεψε το ζεϊμπέκικό της η κυρά Μαρία. Έφτασε το ασθενοφόρο, ο θείος κι οι δικοί μου κι εγώ με τη γιαγιά μαγειρεύαμε  ξανά κιεφτέδες με δυόσμο και τηγανιτές πατάτες στην κουζίνα. «Να προσέχετε την πίεση και την χοληστερίνη σας» είπε το πρώτων βοηθειών και η γιαγιά μου τους είπε: «Μα να μην μείνετε για λίγους κιεφτέδες; Τόσο κόπο κάνατε! Αμαρτία από το Θεό τόσους που θα ξεμείνουν!», και μείνανε όπως και το ασθενοφόρο κάτω από το σπίτι κι έβαλα κι εγώ από τις κασέτες του παππού τον Μπιθικώτση.

Είναι κάτι μέρες που θλίβομαι μωρέ, θύμα των στοιχειών της νιότης μου, μα σα μπαίνω στην κουζίνα και μαδώ τον δυόσμο για κεφτέδες, αγαλλιάζει η ψυχή κι ο νους μου. Σα έχω και πολλά σεκλέτια, βάζω κι έναν Μπιθικώτση να τραγουδά « του Βοτανικού ο Μάγκας» και χαμογελώ, γιατί μαγκιά είναι να σηκώνεσαι όταν πέφτεις.

4 σχόλια:

  1. Ο διάβολος έβαλε τα σαμπό του και σου κάνω ποδαρικό εγώ ρε Πεν; Καλησπέρεν.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Έτυχε να περάσω και κάθισα και το διάβασα μονομιάς! Εξαιρετικό! Νομίζω ότι σύντομα θα βρω χρόνο να διαβάσω και τα άλλα

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Feel FREE to comment...